Ακραία πόλωση και οι «μικροί» στη μέγκενη Τσίπρα – Μητσοτάκη
Aν η προσπάθεια Μητσοτάκη και Τσίπρα να απορροφήσουν τον μεταξύ τους χώρο τελεσφορήσει, τότε ο, μέχρι σήμερα περιγραφόμενος ως μικρός, δικομματισμός δεν αποκλείεται να φτάσει σε επίπεδα που θα τείνουν μάλλον προς το 70% παρά προς το 60%.
Aν η προσπάθεια Μητσοτάκη και Τσίπρα να απορροφήσουν τον μεταξύ τους χώρο τελεσφορήσει, τότε ο, μέχρι σήμερα περιγραφόμενος ως μικρός, δικομματισμός δεν αποκλείεται να φτάσει σε επίπεδα που θα τείνουν μάλλον προς το 70% παρά προς το 60%.
Σκηνικό ακραίας πόλωσης οικοδόμησαν με τη σχεδόν παράλληλη παρουσία τους οι Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης, το βράδυ της Παρασκευής.
Η εικόνα από τις ομιλίες των δύο μονομάχων φέρνει στη μνήμη την οξεία αντιπαράθεση προηγούμενων δεκαετιών, δημιουργώντας προϋποθέσεις ανασύστασης ενός δικομματισμού νέου τύπου, μετά τη διαλυτική επίδραση των μνημονίων στο μέχρι το 2009 πολιτικό σκηνικό.
Επί του παρόντος, οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν ότι τα δύο κόμματα, Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ, θα προσεγγίσουν τα ποσοστά του παρελθόντος. Αξίζει να σημειωθεί πως, ακόμη και στην βαριά ήττα της Ν.Δ. το 2009 με το «λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου Παπανδρέου, το τότε κραταιό ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είχαν αθροίσει το 80% των ψήφων. Ωστόσο, είναι εμφανή τα δείγματα συγκρότησης ενός νέου δίπολου, και τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζουν να επενδύουν σε αυτό.
Το δείγμα της πρόσφατης παρουσίας τους είναι επαρκές καθώς προοιωνίζεται μία ανελέητη σύγκρουση στο δρόμο προς τις κάλπες, ενώ από πλευράς Πρωθυπουργού οι τόνοι προσιδιάζουν στη μάχη «αριστεράς – δεξιάς» στα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Τον καμβά γι αυτή την έντονη αντιπαράθεση προσφέρει η Συμφωνία των Πρεσπών, οι συνέπειες της οποίας ειδικά στα μικρά κόμματα της Βουλής μοιάζουν βαριές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είδε τον Ζόραν Ζάεφ να του προσφέρει ένα ανέλπιστο δώρο με τις αλυτρωτικές δηλώσεις περί «αιγατών Μακεδόνων» και διδασκαλίας της «Μακεδονικής» στην Ελλάδα και, εκτιμά πως, ανεβάζοντας τους τόνους μπορεί πλέον, μετά τη Ν.Δ, να συσπειρώσει δίπλα του και την πλειοψηφία της κοινής γνώμης που αντιδρά στη συμφωνία. Την ίδια στιγμή, οι ίδιες οι δηλώσεις Ζάεφ δημιουργούν προϋποθέσεις αποσυσπείρωσης του μετώπου υπέρ της Συμφωνίας καθώς κάνουν πολλούς που στήριξαν με επιφυλάξεις τις Πρέσπες να κάνουν δεύτερες σκέψεις. Ο κ. Μητσοτάκης, παράλληλα, έστειλε και ένα μήνυμα στο εξωτερικό σημειώνοντας πως, αν και είναι δεδομένη η θέση του υπέρ της Ευρώπης, θέτει σε προτεραιότητα την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος και εν προκειμένω η απόρριψη της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι εθνική επιταγή.
Από την πλευρά του, ο Αλέξης Τσίπρας – με τη λέξη Μακεδονία να κυριαρχεί στο πλάνο πίσω του – επιστράτευσε ρητορική περασμένων δεκαετιών καταλογίζοντας συμπόρευση της Ν.Δ. με την ακροδεξιά, και απαντώντας πως «η Αριστερά δεν πουλάει την Μακεδονία, την σώζει». Μπορεί ο Πρωθυπουργός, παρά την αντίδραση της κοινής γνώμης και τις πιρουέτες του κυβερνητικού του εταίρου, να μην χάνει πολύ από το ζήτημα των Πρεσπών, πλην όμως είναι σαφές ότι δεν αποτελεί προνομιακό του πεδίο.
Δεν θα είναι, ωστόσο, το μόνον σημείο – ενδεχομένως όχι και το μείζον – που θα κρίνει την τελική ισορροπία δυνάμεων στην κάλπη. Και αυτό αποδείχθηκε και από το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε την Παρασκευή να παρουσιάσει ένα ευρύ κοινωνικό πακέτο στήριξης των ασθενεστέρων, απαντώντας ευθέως στην κριτική του Μαξίμου ότι εκπροσωπεί τους «προνομιούχους» (σ.σ. Άλλη μία φράση απευθείας από τη δεκαετία του ’80). Στελέχη της Πειραιώς αναγνωρίζουν ότι οι εξαγγελίες Τσιπρα προκάλεσαν μικρή επανασυσπείρωση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που όμως δεν μεταβάλλει κατ’ ελάχιστον τη δυναμική των δύο κομμάτων και την πρωτοπορία της Ν.Δ.
Το κύριο επιχείρημα Τσίπρα, η μη περικοπή των συντάξεων, απαντήθηκε από μία δέσμη μέτρων εκ μέρους του Αρχηγού της Αξιωματικής αντιπολίτευσης, που όχι τυχαία επέλεξε τη Δυτική Αττική ως μία εκ των περιφερειών που θα είναι υποψήφιος, καταδεικνύοντας ότι η μάχη θα δοθεί και στο πεδίο της προσέλκυσης όσων επλήγησαν από την κρίση.
Και οι μικροί; Με το Ποτάμι να αποσυντίθεται πλήρως, πλέον εξαιτίας των Πρεσπών, το ΚΙΝΑΛ να αναζητεί ζωτικό χώρο στην παλαίστρα των δύο και τα κόμματα Καμμένου και Λεβέντη να επενδύουν, έστω και φιλολογικά, στη μεταξύ τους συνεργασία για την είσοδό τους στην επόμενη Βουλή, το πολιτικό σκηνικό μετά τις κάλπες δεν αποκλείεται να θυμίζει περισσότερο αυτό του 2009, με πέντε κοινοβουλευτικά κόμματα, παρά αυτό του 2015, όταν οκτώ κόμματα κατάφεραν να περάσουν το όριο του 3%.
Αν αυτό συμβεί, αν δηλαδή η προσπάθεια Μητσοτάκη και Τσίπρα να απορροφήσουν τον μεταξύ τους χώρο τελεσφορήσει, τότε ο, μέχρι σήμερα περιγραφόμενος ως μικρός, νέος δικομματισμός δεν αποκλείεται να φτάσει σε επίπεδα που θα τείνουν μάλλον προς το 70% παρά προς το 60%.
Αποδεικνύοντας ότι η πολυδιάσπαση των προηγούμενων ετών ήταν περισσότερο ζήτημα θυμικού παρά ουσιαστικής μετάβασης των πολιτών σε ένα περισσότερο πολυκομματικό σκηνικό.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr