Αμερικανός ερευνητής για S-400: Ετοιμαστείτε για τα χειρότερα με τον Ερντογάν – Πάρτε τα πυρηνικά από το Ιντσιρλίκ
Οι πεποιθήσεις του Ερντογάν για την εξωτερική πολιτική είναι απίθανο να αλλάξουν, εκτιμά ο Μαξ Χόφμαν.
Οι πεποιθήσεις του Ερντογάν για την εξωτερική πολιτική είναι απίθανο να αλλάξουν, εκτιμά ο Μαξ Χόφμαν.
Η επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με τους δυτικούς της συμμάχους και η στροφή της προς μία ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική βασίζονται στις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και είναι απίθανο να αλλάξουν.
Αυτό σημειώνει μεταξύ άλλων ο Μαξ Χόφμαν (Max Hoffman) αναπληρωτής διευθυντής Εθνικής Ασφάλειας και Διεθνούς Πολιτικής στο Κέντρο Αμερικανικής Προόδου και προσθέτει πως ΝΑΤΟ και Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να προετοιμάζονται για τα χειρότερα στις σχέσεις τους με την Άγκυρα.
Η προγραμματισμένη αγορά των ρωσικών S-400 είναι το πιο ξεκάθαρο σημάδι των προθέσεων της Τουρκίας να «αντισταθμίσει τα γεωπολιτικά της στοιχήματα» καθώς καταγράφει μία πιο ανεξάρτητη πορεία από τη Δύση, με κίνητρο του Ερντογάν να δει τη χώρα του ως ισχυρή δύναμη σε ένα πολυπολικό κόσμο.
Η αγορά των S-400 έρχεται σε μία περίοδο που η Τουρκία οδεύει προς την απολυταρχία, τον ενισχυμένο εθνικισμό και την αντιδυτική ρητορική.
Αφού απέτυχε στις διπλωματικές προσπάθειες να αποτρέψει τον Ερντογάν από την αγορά, μια αγορά που το ΝΑΤΟ φοβάται πως θα επιτρέψει στη Ρωσία να έχει πρόσβαση σε ζωτικά στοιχεία για τα αεροσκάφη του ΝΑΤΟ, οι δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα η χώρα να «αγκιστρωθεί» στη Ρωσία στο άμεσο μέλλον.
«Αυτό το χειρότερο σενάριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια περαιτέρω εμβάθυνση των Ρωσοτουρκικών σχέσεων, τη συνεχιζόμενη δημοκρατική αλλοίωση και διάβρωση των κρατικών θεσμών στη χώρα · και μια αποφασιστική εθνικιστική στροφή εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης», σημειώνει στη συνέχεια ο Χόφμαν.
«Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Τουρκία θα ήταν ένα ανελεύθερο κράτος το οποίο οι ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν να εμπιστευτούν αποφασιστικά σε μια κρίση. (Επομένως) δεν θα υπήρχε κανένας λόγος για επενδύσεις στην ασφάλεια της χώρας σε βάθος», πρόσθεσε.
Ως εκ τούτου οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ θα πρέπει να επανεξετάσουν αν το να προσπαθούν να συμβιβαστούν με την Τουρκία μέσω της τακτικής της προσαρμογής είναι στην σωστή κατεύθυνση και να αποδεχθούν πως η σημερινή της πορεία της Τουρκίας δεν είναι εκτροπή που μπορεί να διορθωθεί αντιμετωπίζοντας τη ως «χωριστά διμερή ζητήματα».
Αντίθετα, ο Χόφμαν συμβουλεύει ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να επισημάνει εκ των προτέρων τις συνέπειες για την Άγκυρα αν προχωρήσει με την αγορά S-400.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό αυτό θα σήμαινε κινητοποίηση σε όλα τα επίπεδα της αμερικανικής κυβέρνησης – συμπεριλαμβανομένου του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τράμπ – που θα έπρεπε να δηλώσει χωρίς αμφιβολία ότι η Τουρκία δεν θα λάβει τα νέα μαχητικά αεροσκάφη F-35 εάν παραλάβει τα ρωσικά συστήματα.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να δεχθούν κανένα συμβιβασμό από την Τουρκία: «Η ίδια η πώληση αποδεικνύει μια θεμελιώδη διαφορά στον τρόπο με τον οποίο οι δύο χώρες αξιολογούν τις ρωσικές προθέσεις και το ρόλο της συμμαχίας του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Hoffman.
Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να καταστεί σαφές στον Ερντογάν ότι είναι ευπρόσδεκτος να αγοράσει αμυντικά συστήματα από συμμάχους του ΝΑΤΟ, όπως η κοινοπραξία EUROSAM, και θα πρέπει επίσης να προσφέρονται σημαντικά κίνητρα για την αγορά πυραυλικών συστημάτων Patriot από τις ΗΠΑ.
Συστήνει επίσης ότι «αυτή η διπλωματία θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να διεξαχθεί ιδιωτικά, καθώς ο Ερντογάν είναι λιγότερο πιθανό να απομακρυνθεί από τις μαξιμαλιστικές θέσεις του αν αυτή (σ.σ. η διπλωματία) διεξάγεται δημόσια».
«Θα ζυγίσει τις επιλογές του από μία και μόνο σκοπιά, την εσωτερική ισορροπία της εξουσίας στην Τουρκία. Ο Ερντογάν έχει προκαλέσει μανιώδες αντιδυτικό συναίσθημα στο εθνικιστικό δικαίωμα και τώρα πρέπει να διαχειριστεί αυτή τη δημόσια πίεση, η οποία μπορεί να ενταθεί εάν υποχωρήσει δημόσια από τη θέση του στην αγορά S-400», σημείωσε.
Εάν η αγορά S-400 προχωρήσει, η Ουάσιγκτον πρέπει να είναι προετοιμασμένη να υποβαθμίσει τις σχέσεις ασφαλείας με την Άγκυρα, ξεκινώντας με την ακύρωση της παράδοσης μαχητικών αεροσκαφών F-35 και την εξάλειψη των τουρκικών αμυντικών εταιρειών από τη γραμμή παραγωγής των αεροσκαφών.
Επιπλέον, ο Χόφμαν δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ στη νότια Τουρκία τόσο το στρατιωτικό προσωπικό της όσο και τα πυρηνικά της όπλα.
«Δεν είναι ασφαλές να στεγάσουμε τέτοια καταστροφικά όπλα σε μια χώρα με τόσο αβέβαιες πολιτικές προοπτικές», δήλωσε ο Χόφμαν.
Σύμφωνα με τον ερευνητή τα αντίποινα εναντίον της Άγκυρας θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν κυρώσεις που αφορούν άτομα «που πραγματοποιούν συναλλαγές με ρωσικούς τομείς άμυνας και πληροφοριών».
Αυτό θα μπορούσε δυνητικά να ερμηνευτεί – ως “πυρηνική επιλογή” – να σημαίνει, δηλαδή, την πλήρη διακοπή της προσφοράς αμυντικής τεχνολογίας και εξοπλισμού των ΗΠΑ στην Τουρκία.
Τέλος, αν οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία συνεχίσουν να εμβαθύνονται, θα πρέπει να απομακρυνθούν (σ.σ. οι Τούρκοι) από τις δραστηριότητες του ΝΑΤΟ που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της Ρωσίας «όπως για παράδειγμα η Κοινή Ομάδα Πολύ Υψηλής Ετοιμότητας και ορισμένες συμφωνίες περί ανταλλαγής πληροφοριών», δήλωσε ο Χόφμαν.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr