Σαφές μήνυμα ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν μπορεί να προχωρά χωρίς «κόκκινες γραμμές» έστειλε ο δήμαρχος Μήλος, Μανώλης Μικέλης, με αφορμή δύο περιπτώσεις οικοδομικών αδειών για μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες — ανάμεσά τους και στην περιοχή του Σαρακήνικο. Μιλώντας στο ERTnews, τόνισε πως το νησί βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης και «σίγουρα χρειάζεται προδιαγραφές», όμως σημεία που αποτελούν πολιτιστική κληρονομιά και προσελκύουν κόσμο «από την άλλη άκρη του κόσμου» πρέπει να παραμείνουν ανέγγιχτα.
Όπως είπε, αυτή τη στιγμή «έχουν σταματήσει όλες οι εργασίες», ενώ ο Δήμος έχει προχωρήσει σε προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, επιδιώκοντας να διαφυλάξει τον χώρο και να «προλάβει ό,τι προλαβαίνεται». Περιέγραψε μάλιστα ότι η δημοτική αρχή αρχικά κάλεσε τις αρμόδιες υπηρεσίες για ελέγχους, ώστε να διαπιστωθεί αν οι άδειες είναι νόμιμες/νομότυπες, και μόνο όταν δεν υπήρξαν αποτελέσματα επέλεξε τη δικαστική οδό και την παρέμβαση στο Υπουργείο.
Η απάντηση του ξενοδοχείου στη Μήλο: Τα στοιχεία για τη λειτουργία και την επέκταση του Domes White Coast Milos
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η ταχύτητα με την οποία —κατά τον δήμαρχο— κινούνται οι εταιρείες: «οι εταιρείες που χτίζουν κινούνται πάρα πολύ γρήγορα», ενώ «είχαν παρθεί όλες οι αδειοδοτήσεις» και «τις είχαν υπογράψει όλες οι υπηρεσίες». Σε παράλληλο μέτωπο, έχει γίνει γνωστό ότι το ΣτΕ έχει ήδη προχωρήσει σε προσωρινή διαταγή για «πάγωμα» εργασιών σε υπόθεση επέκτασης ξενοδοχείου στην περιοχή Μύτακας, κοντά στο Σαρακήνικο.
Ο Μανώλης Μικέλης ανέφερε ακόμη ότι έχουν δοθεί ήδη άλλες οκτώ άδειες για μικρότερες ξενοδοχειακές μονάδες. Γι’ αυτό —όπως σημείωσε— ο Δήμος ζήτησε μια υπουργική απόφαση που θα «φρενάρει» κάθε νέα άδεια, έως ότου ολοκληρωθεί ο χωροταξικός σχεδιασμός της Μήλου: ένας σχεδιασμός που, όπως είπε, είχε εκπονηθεί από τον Δήμο, δεν εγκρίθηκε από το Υπουργείο και πλέον έχει ανατεθεί σε εταιρεία.
Κλείνοντας, ο δήμαρχος αποτύπωσε με μια φράση το μέγεθος της πίεσης που περιγράφει για το νησί: «υπολογίζεται ότι το 2027 η Μήλος θα έχει 1.000 πισίνες» — μια εικόνα που, όπως υπονοεί, συμπυκνώνει το δίλημμα ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη δόμηση και στη θωράκιση του φυσικού/πολιτιστικού αποθέματος.