Δημόσια διαβούλευση και φόροι: Μύθος διαφάνειας και η αλήθεια των αριθμών
Η έκθεση του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών (ΚΕΦίΜ) είναι αποκαλυπτική, όπως και τα δεδομένα της πρόσφατης έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα και του Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης.
Η έκθεση του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών (ΚΕΦίΜ) είναι αποκαλυπτική, όπως και τα δεδομένα της πρόσφατης έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα και του Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης.
Η δημόσια διαβούλευση! Τη συναντάμε συχνά ως όρο, αλλά πόσοι από εμάς έχουμε ποτέ συμμετάσχει; Πιθανότατα ελάχιστοι. Και αν όντως γίνεται εκεί κάποια συζήτηση, κυρίως ηλεκτρονικά, πόση επιρροή έχει αυτή η συζήτηση στην τελική διαμόρφωση των νομοσχεδίων που “συζητούνται”;
Η έκθεση του Κέντρου Φιλελευθέρων Μελετών (ΚΕΦίΜ) είναι αποκαλυπτική, όπως και τα δεδομένα της πρόσφατης έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα και του Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης. Μέχρι την έξοδο από τα μνημόνια, το ποσοστό των νομοσχεδίων που έμπαιναν σε δημόσια διαβούλευση ήταν περιορισμένο. Μάλιστα, σε κάποιες από τις πιο σκληρές μνημονιακές χρονιές, το ποσοστό αυτό δεν ξεπέρασε το 40%. Αυτό, εν μέρει, μπορεί να εξηγηθεί λόγω των επιταγών της τρόικας, οι οποίες, όταν έφταναν στη Βουλή ως νομοσχέδια, συχνά έρχονταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του λαού. Από το 2019 έως το 2021, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διατήρησε σε μεγάλο βαθμό αυτή την πρακτική κατάθεσης νομοσχεδίων χωρίς προηγούμενη δημόσια διαβούλευση. Ωστόσο, από το 2021 και μετά, η κυβέρνηση άρχισε να φέρνει όλο και περισσότερο υλικό σε διαβούλευση, φτάνοντας το 2024 στο 87%.
Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, όμως, γνωρίζει καλά το παιχνίδι της αυθαιρεσίας, της παραπλάνησης και της αποφυγής λογοδοσίας. Αν και πλέον τα νομοσχέδια τίθενται σε δημόσια διαβούλευση, περίπου το 30% των άρθρων τους την τελευταία διετία δεν υποβάλλονται σε αυτόν τον έλεγχο. Αυτά είναι τα άρθρα που θα προκαλούσαν αντιδράσεις, και γι’ αυτό η κυβέρνηση αρνείται να τα συζητήσει δημόσια. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο παίζει και η διάρκεια της διαβούλευσης. Άλλο πράγμα να διαρκεί τρεις μέρες, άλλο τρεις μήνες. Η Ελλάδα, υπό την κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι η χώρα με τη δεύτερη χαμηλότερη διάρκεια δημόσιας διαβούλευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συχνά, μέχρι να γίνει αντιληπτό από τους ενδιαφερόμενους ότι ένα νομοσχέδιο βρίσκεται σε διαβούλευση, η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί, χωρίς να δοθεί χρόνος για την κατάθεση προτάσεων ή αντιρρήσεων.
Αναρωτήθηκα ποια χώρα της Ευρώπης έχει χειρότερη επίδοση από την Ελλάδα σε αυτό τον τομέα. Υπέθεσα ότι ίσως ήταν η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, και επιβεβαιώθηκα. Στην ΕΕ υπάρχει κανόνας για τον ελάχιστο χρόνο διαβούλευσης. Στην Ελλάδα απαιτούνται τουλάχιστον δύο εβδομάδες, όπως και στην Ουγγαρία. Μόνο η Ρουμανία έχει χαμηλότερο όριο, με μία εβδομάδα. Ακόμη και χώρες με οικονομικά προβλήματα, όπως η Λετονία, η Λιθουανία και η Ισπανία, έχουν θέσει ελάχιστο χρόνο δύο εβδομάδων, ενώ η Φινλανδία και η Αυστρία απαιτούν πάνω από έξι εβδομάδες, και η Σουηδία ακόμη και 12 εβδομάδες!
Παρόλα αυτά, την τελευταία διετία, μετά την επανεκλογή της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη καταθέτει το 53% των νομοσχεδίων για δημόσια διαβούλευση για λιγότερο από δύο εβδομάδες, ενώ το 1,8% για λιγότερο από πέντε ημέρες! Ένα άλλο 18% διατίθεται για διαβούλευση για 6 έως 8 ημέρες. Το συμπέρασμα είναι προφανές: στη χώρα μας υπάρχει απλώς η επίφαση δημόσιας διαβούλευσης, χωρίς πραγματική ουσία, παρά την υποχρέωση να τίθεται σχεδόν το 100% των νομοσχεδίων και όλων των άρθρων τους σε διαβούλευση.
Ωστόσο, ο αυταρχικός χαρακτήρας της νεοφιλελεύθερης πολιτικής δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα είναι η φορολογική πολιτική. Η κυβερνητική προπαγάνδα επιχειρεί να μας πείσει ότι οι φόροι μειώνονται. Τις τελευταίες ημέρες, κυβερνητικά στελέχη μιλούν για τις μειώσεις φόρων από το 2019 και υπόσχονται 12 νέες μειώσεις για το 2025. Όμως, τα στοιχεία της ΑΑΔΕ τους διαψεύδουν.
Το 2022 πληρώσαμε 3,2 δισ. ευρώ σε φόρους, ενώ το 2023 το ποσό αυτό αυξήθηκε στα 3,8 δισ. ευρώ, δηλαδή μια αύξηση 600 εκατομμυρίων μόνο από τον φόρο εισοδήματος! Το 2024, η αύξηση των φορολογικών εσόδων προβλέπεται να φτάσει τα 900 εκατομμύρια ευρώ, με συνολικά 4,7 δισ. ευρώ σε φόρους εισοδήματος, περίπου 50% περισσότερο σε σχέση με δύο χρόνια πριν. Αυξήθηκε το εισόδημά μας κατά 50% για να δικαιολογηθεί αυτή η αύξηση; Προφανώς όχι. Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής σκληρής φορολόγησης.
Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, αυτή η αύξηση οφείλεται σε αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και στις συντάξεις, καθώς και στην τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών. Με άλλα λόγια, ακόμη και οι μικρές αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις οδηγούν σε βαριά φορολόγηση, παίρνοντας πίσω ό,τι δίνεται. Ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες, αυτό σημαίνει ότι πληρώνουν φόρους για πρώτη φορά.
Ελπίζω κάποια στιγμή ένας δημοσιογράφος να ρωτήσει τον πρωθυπουργό πώς γίνεται να μειώνονται οι φόροι αλλά τα έσοδα από αυτούς να αυξάνονται με τέτοιο ρυθμό. Πρέπει να μειωθούν άμεσα οι συντελεστές φορολόγησης των μισθωτών και συνταξιούχων, ώστε να αντιμετωπιστεί η ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής. Αυτά τα 900 εκατομμύρια επιπλέον από τη φορολόγηση θα έπρεπε να διατεθούν για να ενισχυθούν οι μισθωτοί και συνταξιούχοι, ενώ παράλληλα θα έπρεπε να αυξηθεί και ο πολύ χαμηλός συντελεστής φορολόγησης μερισμάτων, που σήμερα είναι μόλις 5%. Δίκαιο θα ήταν να φορολογούνται τα μερίσματα όσο και οι μισθοί. Έτσι θα κατανοούσαμε καλύτερα ποιοι σηκώνουν το βάρος στη χώρα μας.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr