Δημοσίευση:
Τελευταία ενημέρωση:

Διονύσης Σαββόπουλος: Ο «τύπος με τα στρογγυλά γυαλιά και τις τιράντες» σώπασε – Αποχαιρετισμός στον «Νιόνιο»

Ο «Νιόνιος», όπως τον αποκαλούσε ένα ολόκληρο έθνος, έφυγε στα 81 του χρόνια, ύστερα από μακρά μάχη με τον καρκίνο.

Επιμέλεια: Λαμπριάνα Κυριακού
Δημοσίευση:
Τελευταία ενημέρωση:
Διονύσης Σαββόπουλος: Ο «τύπος με τα στρογγυλά γυαλιά και τις τιράντες» σώπασε –  Αποχαιρετισμός στον «Νιόνιο»
APE MPE
Επιμέλεια: Λαμπριάνα Κυριακού

Ο «Νιόνιος», όπως τον αποκαλούσε ένα ολόκληρο έθνος, έφυγε στα 81 του χρόνια, ύστερα από μακρά μάχη με τον καρκίνο.

Η είδηση του θανάτου του Διονύση Σαββόπουλου ήρθε σαν χτύπημα στην καρδιά! Ο καλλιτέχνης που συνόδευσε τα καλοκαίρια μας, τις νύχτες, τις πορείες μας δεν είναι πια εδώ, κίνησε γι’ αυτό το ταξίδι προς την αιωνιότητα, αφήνοντας πίσω του, τραγούδια, στίχους και αναμνήσεις που δεν θα σβήσουν ποτέ.

Ο «Νιόνιος», όπως τον αποκαλούσε ένα ολόκληρο έθνος, έφυγε στα 81 του χρόνια, ύστερα από μακρά μάχη με τον καρκίνο. Η οικογένειά του, με αξιοπρέπεια και συγκίνηση, ανακοίνωσε το δυσάρεστο νέο, ευχαριστώντας όσους στάθηκαν δίπλα του μέχρι το τέλος. «Ο πολυαγαπημένος μας σύζυγος, πατέρας, παππούς και τραγουδοποιός έφυγε απόψε» μια φράση απλή, αλλά φορτωμένη με δεκαετίες μουσικής, στίχων, ζωής.

Γιατί ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν υπήρξε απλώς ένας μουσικός, ήταν ένας καθρέφτης της νεότερης Ελλάδας. Από τη μετεμφυλιακή εποχή ως τη Μεταπολίτευση και τα ταραγμένα χρόνια του 21ου αιώνα, ο Σαββόπουλος υπήρξε μια διαρκής φωνή άλλοτε ανατρεπτική, άλλοτε τρυφερή, πάντα παρούσα.

ΑΠΕ ΜΠΕ

Σαββόπουλος: Ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου 1944, μέσα στη βοή των Δεκεμβριανών, ο Διονύσης Σαββόπουλος ήρθε στον κόσμο μέσα σε έναν θόρυβο πολέμου κι ίσως από εκεί να έμαθε να δίνει νόημα στους ήχους. Οι γονείς του κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και τη Φιλιππούπολη· κουβαλούσαν μέσα τους τον παλμό της Ανατολής, τη μελωδία του Βοσπόρου, τον καημό των ξεριζωμένων. Εκεί, στα παιδικά του χρόνια, ρίζωσε η αγάπη του για τη γλώσσα, για το παραδοσιακό μέλος, για την αφήγηση.

Ο νεαρός Σαββόπουλος σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όμως πολύ γρήγορα κατάλαβε πως οι κώδικες και οι νόμοι δεν ήταν το πεδίο του. Το 1963, με μια κιθάρα και ένα σημειωματάριο γεμάτο στίχους, εγκαταλείπει τις σπουδές του και κατεβαίνει στην Αθήνα. Ήθελε να «δει αν η ζωή γράφεται και αλλιώς».

Στην πρωτεύουσα, μέσα στην ατμόσφαιρα της πολιτικής ανησυχίας και της νεανικής αναζήτησης, θα γνωρίσει την Άσπα Αραπίδου, τη γυναίκα που θα σταθεί δίπλα του σε όλη τη ζωή του. Μαζί της θα αποκτήσει δύο γιους, τον Κορνήλιο και τον Ρωμανό, και αργότερα δύο εγγονούς, τον Διονύση και τον Ανδρέα η συνέχεια ενός ονόματος που έγινε σύμβολο.

Από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα: Το ξεκίνημα ενός τροβαδούρου

Η δεκαετία του ’60 ήταν η δεκαετία της αναζήτησης· η Ελλάδα άλλαζε, και μαζί της και οι άνθρωποι. Στα υπόγεια των Εξαρχείων και στα μικρά κέντρα της Πλάκας, νέοι με κιθάρες προσπαθούσαν να βρουν τη δική τους φωνή. Ανάμεσά τους κι ένας νεαρός με μαλλιά ριγμένα στους ώμους και ένα βλέμμα πιο στοχαστικό απ’ την ηλικία του.

Το 1966, ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφορεί το πρώτο του άλμπουμ, το «Φορτηγό». Ήταν η στιγμή που το ελληνικό τραγούδι άλλαζε ρότα. Το «Φορτηγό» δεν ήταν απλώς ένας δίσκος· ήταν μια εξομολόγηση. Μίλησε για την ελευθερία, τη φτώχεια, την εσωτερική πάλη, την καθημερινότητα. Η μουσική του, ανάμεσα σε ροκ, μπαλάντα και ρεμπέτικο, σάρωνε τα όρια των ειδών. Ήταν το τραγούδι ενός δρόμου που άνοιγε τότε για πρώτη φορά.

Ακολούθησε, το 1969, «Το Περιβόλι του Τρελού» ένας ύμνος στην αθωότητα, την τρέλα και τη φαντασία. Το άλμπουμ αυτό σφράγισε μια εποχή: ανάμεσα στα «Σαββατόβραδα» και στους «Ασίκικους χορούς», το ελληνικό τραγούδι βρήκε τη νέα του γλώσσα. Έναν λόγο ποιητικό, σαρκαστικό, λαϊκό και βαθύ ταυτόχρονα.

Η πολιτική συνείδηση και η Χούντα

Η άνοδος της Δικτατορίας το 1967 έφερε τη σύγκρουση. Ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε ποτέ στρατευμένος με την κομματική έννοια· ήταν όμως βαθιά πολιτικός. Εναντιώθηκε στη Χούντα όχι με συνθήματα, αλλά με τραγούδια πιο επικίνδυνα από κάθε προκήρυξη.

Το καθεστώς τον φυλάκισε δύο φορές, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1967. «Έχω μείνει σε ένα κελί για πάρα πολύ καιρό. Μπορεί να ήμουν στενεμένος, αλλά ένα φως μέσα μου έγραφε τραγούδια», θα πει αργότερα. Μέσα σ’ εκείνη τη μοναξιά, γεννήθηκαν στίχοι όπως η «Δημοσθένους λέξις», ένα ύμνο στην ελευθερία του πνεύματος και στην αντοχή του ανθρώπου.

Όταν αφέθηκε ελεύθερος, επέστρεψε στη σκηνή όχι ως θύμα, αλλά ως δημιουργός. Τα άλμπουμ «Μπάλλος» (1971) και «Το Βρώμικο Ψωμί» (1972) ήταν δύο έργα που αποτύπωσαν με μουσικότητα και συμβολισμό την Ελλάδα της αντίστασης. Στο «Μπάλλο», ολόκληρη η πρώτη πλευρά του δίσκου καταλαμβάνεται από ένα κομμάτι 18 λεπτών, όπου η μουσική γίνεται πολιτική πράξη.

Η Μεταπολίτευση Τα «Τραπεζάκια έξω» και η Ελλάδα που γιορτάζει

Μετά τη Μεταπολίτευση, η Ελλάδα βγαίνει στους δρόμους. Ο αέρας είναι γεμάτος τραγούδια, ελευθερία, προσδοκίες. Ο Σαββόπουλος γίνεται η φωνή αυτής της χαράς χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ τον στοχασμό.

Το 1983, κυκλοφορεί το άλμπουμ «Τραπεζάκια έξω», ένα έργο που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή. «Ας κρατήσουν οι χοροί», «Ο χορός του Σάτυρου», «Στο Woodstock» τραγούδια που έγιναν ύμνοι μιας κοινωνίας που ήθελε να ζήσει ξανά. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, η συναυλία του στο Ολυμπιακό Στάδιο συγκέντρωσε πάνω από 150.000 ανθρώπους ένα ανεπανάληπτο πανηγύρι του ελληνισμού.

Η φωνή του, με τη χαρακτηριστική βραχνάδα, αντηχούσε σε μια χώρα που προσπαθούσε να βρει τον εαυτό της μετά από δεκαετίες σιωπής. Και τα κατάφερε για λίγο, έστω, όσο κρατούσε ο χορός.

Ο Σαββόπουλος του θεάτρου και της σκηνής

Ο Σαββόπουλος δεν ήταν μόνο τραγουδοποιός· ήταν σκηνοθέτης, αφηγητής, περφόρμερ. Οι συναυλίες του έμοιαζαν με παραστάσεις προσεγμένες, με σκηνικά, αφήγηση, ρόλους. Ήταν ο πρώτος που μετέτρεψε τον χώρο συναυλίας σε θεατρικό γεγονός, ανακαλύπτοντας σκηνές που δεν προορίζονταν για μουσική και δίνοντάς τους νέα ζωή.

Το 1985 συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο γράφοντας τη μουσική για τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Λούκα Ρονκόνι. Επιστρέφει το 2013 στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά ως σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής του ίδιου έργου.

Στις παραστάσεις του, όπως και στα τραγούδια του, κυριαρχούσε το στοιχείο της αφήγησης. Κάθε του φράση είχε δραματουργία· κάθε του παύση είχε νόημα. «Η μουσική των λέξεων με επισκέφθηκε πριν από τις λέξεις», είχε πει μια φράση που συνοψίζει το σύμπαν του.

Η σχέση του με τον Dylan, τον Dalla και τη διεθνή σκηνή

Ο Σαββόπουλος υπήρξε πάντοτε πολίτης του κόσμου. Από τα φοιτητικά του χρόνια άκουγε Bob Dylan, Cream, Lou Reed, Van Morrison, Jethro Tull και τους έφερε μέσα στη δική του τέχνη χωρίς να τους αντιγράφει. Ο Dylan, ειδικά, υπήρξε η πνευματική του συγγένεια. Όπως ο Dylan μετέτρεψε την αμερικανική φολκ σε ποίηση, έτσι και ο Σαββόπουλος αναγέννησε το ελληνικό τραγούδι, μετατρέποντάς το σε αφήγηση ζωής.

Το 1997, με το άλμπουμ «Ξενοδοχείο», απέδωσε φόρο τιμής στους ήρωες που τον ενέπνευσαν. Εκεί συνάντησε φωνές όπως του Παπακωνσταντίνου, του Ιωαννίδη, του Πορτοκάλογλου, του Μαχαιρίτσα μια γέφυρα γενεών, μια «πανσπερμία ήχων», όπως έλεγε ο ίδιος.

Ο Lucio Dalla, φίλος του και συνοδοιπόρος στο ευρωπαϊκό τραγούδι, τον είχε αποκαλέσει κάποτε «τον πιο μεσογειακό των Ευρωπαίων». Ο χαρακτηρισμός έμεινε, γιατί ο Σαββόπουλος ανήκε εξίσου στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο, στη Δύση και στην Ανατολή.

Ο πνευματικός δάσκαλος της νεότερης γενιάς

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, ο Σαββόπουλος έγινε σημείο αναφοράς για τη νέα γενιά τραγουδοποιών. Ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Θάνος Ανεστόπουλος, ο Φοίβος Δεληβοριάς, όλοι έχουν αναγνωρίσει τη σφραγίδα του έργου του.

Ήταν εκείνος που έδειξε πως το τραγούδι μπορεί να είναι και λογοτεχνία, πως ο στίχος μπορεί να είναι ποίηση χωρίς να χάνει τη μουσικότητά του. Στις συναυλίες του, όταν νέοι καλλιτέχνες ανέβαιναν να τραγουδήσουν μαζί του, εκείνος καθόταν πιο πίσω, με βλέμμα πατρικό, χαμογελώντας: «Είναι δικά σας τώρα τα τραγούδια», έλεγε συχνά.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΡΧΕΙΟΥ / EUROKINISSI)

Η παρακαταθήκη, η σοφία και το “νερό κι αλάτι”

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Σαββόπουλος έγραφε περισσότερο παρά τραγουδούσε. Η αυτοβιογραφία του, «Γιατί τα χρόνια τρέχουν», ήταν μια εξομολόγηση γεμάτη χιούμορ και καλοσύνη. Μιλούσε για τα λάθη του, τις φιλίες, τους έρωτες, τα χρόνια της δόξας και τις περιόδους της σιωπής.

Ο «τύπος με τα στρογγυλά γυαλιά και τις τιράντες», όπως αυτοσαρκαζόταν, δεν ήταν απλώς ένας μουσικός. Ήταν μια περσόνα, μια ενσάρκωση της ίδιας της Ελλάδας αντιφατικής, ευαίσθητης, σαρκαστικής, βαθιά ανθρώπινης.

«Αυτό που λέμε Σαββόπουλος δεν υπάρχει. Είναι ένας ρόλος που έπλασα σιγά σιγά με τα χρόνια… Τώρα τον χρειάζομαι, για να δω πώς ήμουν σαν γιος, σαν πατέρας, σαν φίλος», έγραφε. Και στο τέλος: «Σε όλους, νερό κι αλάτι». Ήταν η ύστατη δήλωση ενός ανθρώπου που έμαθε να συγχωρεί, να κατανοεί, να αγαπά χωρίς επίφαση.

«Ας κρατήσουν οι χοροί»

Ο Διονύσης Σαββόπουλος έφυγε όπως έζησε: ήσυχα, βαθιά, με μουσική μέσα του. Ολόκληρη η Ελλάδα τον αποχαιρετά με λόγια που της δίδαξε ο ίδιος. Στα σχολεία, οι μαθητές τραγουδούν τα κομμάτια του, στα ραδιόφωνα, η φωνή του γεμίζει τις νύχτες. Στα σπίτια, οι παλιοί δίσκοι γυρίζουν ξανά, με τον ήχο να τρίζει λίγο όπως τρίζει η μνήμη όταν ξυπνά

Κι όμως, ο Νιόνιος δεν έφυγε. Έγινε ήχος, αέρας, ρυθμός. Έγινε το τραγούδι που συνεχίζει, ακόμα κι όταν όλα σωπαίνουν.

Γιατί, όπως έγραψε κι ο ίδιος:

«Ας κρατήσουν οι χοροί
κι αυτό το βράδυ ας είναι πανηγύρι,
κι αν είναι ο δρόμος σκοτεινός,
εγώ θα βρω το φως,
γιατί η Ελλάδα είμαι εγώ,
κι εγώ η Ελλάδα.»

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr