current views are: 1

21 Δεκεμβρίου 2024
Δημοσίευση: 12:55'

Δώρο Χριστουγέννων: Ιστορική αναδρομή – Οι αγώνες των εργατών – Πότε καθιερώθηκε και η μνημονιακή κατάργηση

Η ιστορία του δώρου Χριστουγέννων στην Ελλάδα ξεκινά από τον Μεσοπόλεμο, όταν οι εργοδότες συνήθιζαν να προσφέρουν δώρα σε είδος ή χρήματα στους εργαζόμενους

Επιμέλεια: Δημήτρης Καΐμάς
Δημοσίευση: 12:55’
Επιμέλεια: Δημήτρης Καΐμάς

Η ιστορία του δώρου Χριστουγέννων στην Ελλάδα ξεκινά από τον Μεσοπόλεμο, όταν οι εργοδότες συνήθιζαν να προσφέρουν δώρα σε είδος ή χρήματα στους εργαζόμενους

Το δώρο Χριστουγέννων αποτελεί έναν σημαντικό οικονομικό θεσμό στην Ελλάδα, καθώς πρόκειται για ένα χρηματικό βοήθημα που χορηγείται από τον εργοδότη στους εργαζόμενους ενόψει των γιορτών. Αναφέρεται συχνά και ως 13ος μισθός, καθώς το ποσό ισούται, κατά μέγιστο όριο, με έναν ολόκληρο μισθό και καταβάλλεται μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου.

Ο θεσμός αυτός ενισχύει την αγοραστική δύναμη των μισθωτών, συμβάλλοντας σημαντικά στην αύξηση της εμπορικής κίνησης κατά τη διάρκεια των εορτών. Ωστόσο, για πολλούς δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους, το δώρο Χριστουγέννων έχει μετατραπεί σε μια ανάμνηση του παρελθόντος, καθώς η καταβολή του έχει σταματήσει εδώ και μια δεκαετία λόγω των οικονομικών μέτρων λιτότητας.

Η ιστορική διαδρομή του 13ου Μισθού

Η ιστορία του δώρου Χριστουγέννων στην Ελλάδα ξεκινά από τον Μεσοπόλεμο, όταν οι εργοδότες συνήθιζαν να προσφέρουν δώρα σε είδος ή χρήματα στους εργαζόμενους. Ωστόσο, ο συνδικαλιστικός αγώνας για την καθιέρωση του 13ου μισθού ξεκίνησε επίσημα το 1925.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1925, οι συνδικαλιστές έθεσαν για πρώτη φορά το αίτημα για έναν επιπλέον μισθό στις γιορτές, ενώ το 1927 οι δημόσιοι υπάλληλοι προχώρησαν σε απεργίες για την καθιέρωση αυτού του δικαιώματος.

Ο αγώνας των εργαζομένων σε περίοδο κρίσης

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα και η οικονομική κατάσταση των εργαζομένων υπήρξαν πεδίο έντονης κοινωνικής ζύμωσης και διεκδικήσεων. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αιτήματα εκείνης της περιόδου ήταν η καθιέρωση του 13ου μισθού, ένα αίτημα που αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και τις έντονες κοινωνικές ανισότητες.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1925, οι συνδικαλιστές διατύπωσαν για πρώτη φορά την αξίωση για 13ο μισθό. Δύο χρόνια αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1927, οι δημόσιοι υπάλληλοι προχώρησαν σε απεργία με κεντρικό αίτημα την καταβολή ενός ολόκληρου μισθού για τις γιορτές των Χριστουγέννων. Αυτό το αίτημα ήρθε σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες.

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα και η οικονομική κατάσταση των εργαζομένων υπήρξαν πεδίο έντονης κοινωνικής ζύμωσης και διεκδικήσεων. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αιτήματα εκείνης της περιόδου ήταν η καθιέρωση του 13ου μισθού, ένα αίτημα που αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και τις έντονες κοινωνικές ανισότητες.

Στις 6 Δεκεμβρίου 1925, οι συνδικαλιστές διατύπωσαν για πρώτη φορά την αξίωση για 13ο μισθό. Δύο χρόνια αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1927, οι δημόσιοι υπάλληλοι προχώρησαν σε απεργία με κεντρικό αίτημα την καταβολή ενός ολόκληρου μισθού για τις γιορτές των Χριστουγέννων. Αυτό το αίτημα ήρθε σε μια εποχή όπου οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες.

Η δεκαετία του 1920 ήταν μια περίοδος οικονομικής αστάθειας και κοινωνικής έντασης για την Ελλάδα. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, η χώρα βρέθηκε να αντιμετωπίζει το τεράστιο βάρος της αποκατάστασης εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων. Η οικονομία βρισκόταν σε βαθιά κρίση, επιβαρυμένη από τα δάνεια και τα πολεμικά χρέη, ενώ η πολιτική σκηνή χαρακτηριζόταν από συνεχείς ανακατατάξεις και κυβερνητικές αστάθειες.

Εκείνον τον Δεκέμβριο του 1925, η κυβέρνηση του δικτάτορα Θεόδωρου Παγκάλου προχώρησε στην άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, παρά το γεγονός ότι η μονιμότητα είχε κατοχυρωθεί μέσω Συντάγματος το 1911. Η απόφαση αυτή οδήγησε σε μαζικές απολύσεις, πλήττοντας ακόμα και σημαντικές προσωπικότητες όπως ο παιδαγωγός Δημήτρης Γληνός και ο ποιητής Κώστας Βάρναλης. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων υπήρξαν έντονες, με αποκορύφωμα τις κινητοποιήσεις για τη διατήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων τους.

Μεγάλη απεργία

Τον Μάρτιο του 1925, οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα προχώρησαν σε μία από τις μεγαλύτερες απεργιακές κινητοποιήσεις που είχε γνωρίσει η Ελλάδα μέχρι τότε. Η απεργία ξεκίνησε από τους σιδηροδρομικούς, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για τα επώδυνα μέτρα που είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Η απεργία εξαπλώθηκε γρήγορα και άλλες κατηγορίες εργαζομένων, όπως οι ναυτεργάτες, οι υπάλληλοι στον τομέα του ηλεκτρισμού και της καθαριότητας, συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Οι εργαζόμενοι διαβλέποντας ότι η σειρά τους θα ερχόταν σύντομα, στάθηκαν αλληλέγγυοι στους σιδηροδρομικούς.

Η κυβέρνηση, ωστόσο, αρνήθηκε κάθε διάλογο, απαιτώντας πρώτα τη διακοπή των απεργιών. Ο πρωθυπουργός Μιχαλακόπουλος έμεινε στην Ιστορία για την περιφρονητική του στάση, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Λυπούμαι, κύριοι, διότι επουδενί λόγο είναι δυνατόν να σας ακούσω. Δεν είναι ανεκτός ο τοιούτος συνδικαλισμός εις το κράτος, διότι αποτελεί αναρχίαν». Αμέσως μετά διέλυσε το συμβούλιο των δημοσίων υπαλλήλων και διέταξε ανακρίσεις εις βάρος των μελών της διοίκησης του συνδικαλιστικού σωματείου. Η στάση αυτή οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης λίγους μήνες αργότερα

Η δικτατορία του Παγκάλου, που ακολούθησε, επιχείρησε να αντιμετωπίσει την κρίση με αυταρχικές μεθόδους. Κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του, περίπου 1.000 μέλη και στελέχη του ΚΚΕ και της ΓΣΕΕ συνελήφθησαν. Παρά την καταστολή, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν, με αποκορύφωμα την επίτευξη του αιτήματος για τον 13ο μισθό σε ορισμένους κλάδους εργαζομένων.

Ειδικότερα, το 1925, οι σιδηροδρομικοί και οι τροχιοδρομικοί έλαβαν για πρώτη φορά τον 13ο μισθό. Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο των επαγγελματικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων Ελλάδας αποφάσισε να καταβάλει στους υπαλλήλους δώρο εορτών ίσο με έναν μισθό. Μάλιστα, συνέστησε στα μέλη του σε πόλεις όπως η Αθήνα, ο Πειραιάς, ο Βόλος, η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη και η Κέρκυρα να ακολουθήσουν το ίδιο παράδειγμα.

Η θέσπιση νόμων

Μετά τον πόλεμο, με δυο αναγκαστικούς νόμους του 1944 και 1946 (τότε δεν υπήρχε Βουλή), καθιερώθηκαν οι έκτακτες ενισχύσεις, όπως ονομάστηκαν τα δώρα, οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στο μισθό. Με αυτή τη νομοθετική ρύθμιση δινόταν το δικαίωμα στους αρμόδιους υπουργούς να καθορίζουν τους μισθούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι έκτακτες ενισχύσεις των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Οι νόμοι 1777 και 1901 του 1951 επικύρωσαν την προηγούμενη νομοθετική πρωτοβουλία και όριζαν ότι «οι υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας δύνανται δια κοινών αποφάσεων να προσδιορίζουν εκτάκτως οικονομικάς ενισχύσεις κατά τις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα εις χρήμα ή εις είδος».

Το καθεστώς αυτό θα ισχύσει έως το 1980, οπότε με το νόμο 1082 ρυθμίζεται οριστικά και για πάντα το ύψος και ο χρόνος καταβολής των δώρων εορτών και αδείας. Με τον ίδιο νόμο, το δώρο μετονομάζεται σε επίδομα.

Η κατάργηση του δώρου εν μέσω κρίσης

Στις 3 Μαρτίου 2010, η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου προχώρησε στην ανακοίνωση νέου πακέτου μέτρων αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβανόταν η περικοπή κατά 30% των επιδομάτων Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για τους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Η αντικατάσταση και πλήρης κατάργηση των δώρων

Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω τον Μάιο του 2010, όταν η χώρα εισήλθε στο καθεστώς των μνημονίων. Στις 2 Μαΐου 2010, ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε την αντικατάσταση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων με επίδομα ύψους 500 ευρώ για όσους λάμβαναν αποδοχές έως 3.000 ευρώ. Για αποδοχές μεγαλύτερες, τα δώρα καταργήθηκαν ολοσχερώς. Αντίστοιχα, για τους συνταξιούχους, καθιερώθηκε επίδομα 800 ευρώ για συντάξεις έως 2.500 ευρώ.

Η πλήρης κατάργηση των δώρων ήρθε στις 7 Νοεμβρίου 2012, όταν με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, η κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Αντώνη Σαμαρά (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ) αποφάσισε να καταργήσει οριστικά τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους και όλους τους συνταξιούχους.

Υποσχέσεις για επαναφορά της 13ης σύνταξης εντός του 2015 για τους χαμηλοσυνταξιούχους έως 700 ευρώ περιλαμβάνονταν στις προγραμματικές εξαγγελίες του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στις 8 Φεβρουαρίου 2015. Μέχρι στιγμής, η υπόσχεση αυτή δεν έχει υλοποιηθεί…


TOP NEWS

uncached