«Καμπανάκι» από την TτΕ: Απαραίτητη η μείωση φόρων – Στα ύψη τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια
Την ανάγκη αλλαγής του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και μείωσης φόρων, προκειμένου το αποτέλεσμα να αποβεί περισσότερο υποστηρικτικό ως προς την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διατυπώνει σε έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ την ίδια στιγμή υπογραμμίζεται ότι είναι απαραίτητη η διευθέτηση του ζητήματα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Την ανάγκη αλλαγής του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και μείωσης φόρων, προκειμένου το αποτέλεσμα να αποβεί περισσότερο υποστηρικτικό ως προς την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διατυπώνει σε έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ την ίδια στιγμή υπογραμμίζεται ότι είναι απαραίτητη η διευθέτηση του ζητήματα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Την ανάγκη αλλαγής του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά και μείωσης φόρων, προκειμένου το αποτέλεσμα να αποβεί περισσότερο υποστηρικτικό ως προς την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διατυπώνει σε έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ την ίδια στιγμή υπογραμμίζεται ότι είναι απαραίτητη η διευθέτηση του ζητήματα των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Στην έκθεση επισημαίνεται, εξάλλου, ότι τα εν λόγω δάνεια σημείωσαν αύξηση στο α’ τρίμηνο του έτους.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, η οποία δημοσιεύεται δύο φορές το χρόνο από τη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ” η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αναμένεται να επηρεάσει θετικά την οικονομία, μέσω της άμεσης αποκατάστασης της ρευστότητας του Δημοσίου με την αποδέσμευση της δόσης στο πλαίσιο του προγράμματος, καθώς και μέσω της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας”.
Την ίδια στιγμή τονίζεται ότι οι δημοσιονομικοί στόχοι θα πρέπει να υπερκαλυφθούν χωρίς τη λήψη περαιτέρω μέτρων.
Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος, υπογραμμίζει πως είναι αναγκαία η αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής, ενώ θα πρέπει να γίνει ανακατανομή των δαπανών σε τομείς που θα έχουν σημαντικότερη αναπτυξιακή επίδραση.
Παράλληλα, θα πρέπει να μεταβληθεί και ο φοροκεντρικός χαρακτήρα της δημοσιονομικής πολιτικής μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της συγκράτησης των δαπανών.
Όπως αναφέρεται, εξάλλου στην έκθεση ”Τα ψηφισθέντα μέτρα κοινωνικής στήριξης, η μείωση του κατώτατου φορολογικού συντελεστή του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, ο αναπροσδιορισμός (μειωτικά) των συντελεστών της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τα νομικά πρόσωπα, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων και η μείωση του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση”.
Φοροδιαφυγή και δημόσια περιουσία
Σε σχέση με το ζήτημα της φοροδιαφυγής, η ΤτΕ εκτιμά πως για να καταπολεμηθεί και να αυξηθούν κατά συνέπεια τα δημόσια έσοδα, θα πρέπει να υλοποιηθούν αποτελεσματικά οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη φορολογική διοίκηση και να ενισχυθούν οι έλεγχοι. Με αυτόν τον τρόπο θα υπάρξει βελτίωση στην εισπραξιμότητα των φορολογικών εσόδων, αλλά και θα ενισχυθεί το αίσθημα φορολογικής δικαιοσύνης ανάμεσα στους πολίτες.
Επιπλέον, σημειώνει πως θα πρέπει να γίνει πιο ορθολογική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Πέρα από τα προφανή οφέλη που επιφέρει η αύξηση των δημοσίων εσόδων στον κρατικό προϋπολογισμό, η υλοποίηση νέων επενδύσεων από τους ιδιώτες επενδυτές μαζί με την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την τόνωση του ανταγωνισμού προσφέρουν πολλαπλά οφέλη στο ΑΕΠ και στην απασχόληση.
Σύμφωνα, επίσης, με την ίδια έκθεση στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021, οι δημοσιονομικοί στόχοι διατηρούνται στο επίπεδο του 3,5% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο ο συγκεκριμένος στόχος αυτός εκτιμάται ως πολύ υψηλός για να είναι διατηρήσιμος σε βάθος χρόνου και η δημοσιονομική προσπάθεια που χρειάζεται για την επίτευξή του μακροπρόθεσμα αποτελεί ανασχετικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης που απαιτείται ώστε αυτή να αποδώσει. Μάλιστα, ο επαναπροσδιορισμός του δημοσιονομικού στόχου σε πρωτογενές πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ αποτελεί μια περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση της απαραίτητης δημοσιονομικής προσαρμογής.
Ευάλωτο το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα – Αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων
Ιδιαίτερη θέση στην έκθεση καταλαμβάνει το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώ, όπως τονίζεται στην έκθεση το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων όπως προαναφέρθηκε αυξήθηκε στο α΄ τρίμηνο του 2017. Κι αυτό, σύμφωνα με την ΤτΕ, οφείλεται στη μείωση του συνολικού υπολοίπου των δανείων, αλλά και στην αυξημένη αβεβαιότητα από την παράταση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, ενώ εντονότερα επηρεάστηκε το χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων.
Όπως αναφέρει η ΤτΕ η σταδιακή πορεία ανάκαμψης του χρηματοπιστωτικού συστήματος συνεχίστηκε το 2016 και τους πρώτους μήνες του 2017. Η σταθεροποίηση και βελτίωση των οικονομικών συνθηκών συνέβαλε στην εμπέδωση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η οποία με τη σειρά της αναμένεται να συμβάλει στην περαιτέρω ενίσχυση της δραστηριότητας στην πραγματική οικονομία. Η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής επιβεβαιώνει την πρόοδο που έχει συντελεστεί στο πεδίο της δημοσιονομικής προσαρμογής και των απαιτούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και αίρει την αβεβαιότητα σχετικά με την εξυπηρέτηση των άμεσων δανειακών αναγκών της χώρας. Οι εξελίξεις αυτές δύναται να βελτιώσουν το οικονομικό κλίμα και τις προοπτικές ανάπτυξης. Ωστόσο, σημαντικές προκλήσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν, με κυριότερες την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) και την περαιτέρω μείωση της χρηματοδότησης των τραπεζών από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance).
Σε ό,τι αφορά την περυσινή χρονιά στην ανάλυση της ΤτΕ αναφέρεται πως η ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα ενισχύθηκε. Οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες εμφάνισαν οριακά κέρδη προ φόρων σε ενοποιημένη βάση μετά από μια σειρά ζημιογόνων χρήσεων. Στην επάνοδο στην κερδοφορία συνέβαλαν η βελτίωση των λειτουργικών αποτελεσμάτων και κυρίως η μεγάλη μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Παράλληλα, βελτιώθηκαν περαιτέρω οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, καθώς μειώθηκε το σταθμισμένο για τον κίνδυνο ενεργητικό τους στο πλαίσιο της πώλησης μη κύριων δραστηριοτήτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Όσον αφορά τους τραπεζικούς κινδύνους, σημειώνεται ότι ο πιστωτικός κίνδυνος εμφάνισε σταθεροποιητικές τάσεις, αλλά παραμένει αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας. Σε απόλυτο μέγεθος, το απόθεμα των ΜΕΑ συρρικνώνεται με βραδύ ρυθμό για τέσσερα συνεχόμενα τρίμηνα, έχοντας φθάσει στη μέγιστη τιμή του το Μάρτιο του 2016. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε στο α΄ τρίμηνο του 2017.
Σε ό,τι αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι εμφανίζονται ευοίωνες. Το 2017 αναμένεται θετικός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, με τη νεότερη εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος κατά 1,6%. Επίσης, η ενιαία νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ παραμένει διευκολυντική, ενώ πιθανή ένταξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ θα βελτίωνε περαιτέρω τις συνθήκες χρηματοδότησης στην Ελλάδα. Σε συνδυασμό με την εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης των καταθετών και των επενδυτών, οι παραπάνω παράγοντες αναμένεται να διευκολύνουν τον τραπεζικό τομέα στην προσπάθειά του για αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και για διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησής του, αναφέρεται στην ανάλυση της ΤτΕ. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η ενίσχυση του διαμεσολαβητικού ρόλου των τραπεζών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αλλαγή του παραγωγικού προτύπου της χώρας με έμφαση στην καινοτομία και τον εξαγωγικό προσανατολισμό, ώστε να επιτευχθεί αειφόρος και διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού
Στην ίδια έκθεση, η ΤτΕ τονίζει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού, καθώς το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει ευάλωτο σε μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές, ενώ και διεθνώς το εποπτικό και θεσμικό περιβάλλον γίνεται συνεχώς αυστηρότερο, καθώς οι αρχές και οι κυβερνήσεις δεν θέλουν να επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ανάλυση, αποτελεί η ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (Minimum Requirement of Own Funds and Eligible Liabilities – MREL) στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάκαμψη και εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων. Η απαίτηση αυτή, αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι τα ιδρύματα θα έχουν εκδώσει επαρκή χρηματοοικονομικά μέσα επιλέξιμα για διαγραφή ή μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο, ώστε να μπορούν να απορροφήσουν ζημίες χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή να απαιτηθεί η διάσωσή τους με δημόσιους πόρους.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr