Επτά χρόνια από την τραγωδία στο Μάτι: Από το μαύρο δειλινό της 23ης Ιουλίου στον δικαστικό Γολγοθά – Οι μαρτυρίες που λύγισαν το Δικαστήριο
Μια φωτιά που αποκάλυψε την τραγική ανεπάρκεια. Επτά χρόνια μετά, η Δικαιοσύνη προσπαθεί να αγγίξει την αλήθεια, αλλά για τους συγγενείς δεν υπάρχει ανακούφιση.
Μια φωτιά που αποκάλυψε την τραγική ανεπάρκεια. Επτά χρόνια μετά, η Δικαιοσύνη προσπαθεί να αγγίξει την αλήθεια, αλλά για τους συγγενείς δεν υπάρχει ανακούφιση.
Οι μνήμες από την τραγωδία στο Μάτι επτά χρόνια μετά είναι αμείλικτες… είναι νωπές και παγιδευμένες μέσα στην καρδιά όσων επέζησαν από τις φλόγες. Μια τραγωδία που αποκάλυψε την τραγική ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού. Επτά χρόνια μετά, η Δικαιοσύνη προσπάθησε να «αγγίξει» την αλήθεια, αλλά για τους συγγενείς ο πόνος παραμένει ο ίδιος.
Ήταν απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018, όταν η χώρα βυθίστηκε στο πένθος. Το φως του καλοκαιρινού ήλιου σκιάστηκε από μαύρους καπνούς που έφτασαν μέχρι τον Πειραιά. Η θάλασσα ήταν η μόνη πύλη σωτηρίας για τους κατοίκους της περιοχής. Στο Μάτι, στο Νέο Βουτζά, στο Κόκκινο Λιμανάκι, άνθρωποι παγιδεύτηκαν ανάμεσα σε έναν πύρινο εφιάλτη και την απόγνωση. Παιδιά, ηλικιωμένοι, οικογένειες ολόκληρες, χάθηκαν μια για πάντα! 104 συνάνθρωποί μας, ξεφύχησαν με τον πιο φρικτό τρόπο.

Το χρονικό της τραγωδίας στο Μάτι
Η φωτιά ξεκίνησε το μεσημέρι, από την περιοχή της Καλλιτεχνούπολης, στα Γεράνεια Όρη. Ο άνεμος, θυελλώδης, 11 μποφόρ, άλλαζε κατεύθυνση διαρκώς, μετατρέποντας τη φλόγα σε θηρίο. Μέσα σε λίγες ώρες, το μέτωπο κατέβηκε προς το Μάτι, μία κατοικημένη περιοχή με εκατοντάδες παραθεριστές και κατοίκους. Δεν υπήρξε καμία εντολή εκκένωσης. Ο κόσμος εγκλωβίστηκε στα στενά, χωρίς να γνωρίζει προς τα πού να κατευθυνθεί. Τα αυτοκίνητα δημιουργούσαν κυκλοφοριακό χάος στους χωματόδρομους. Οι φλόγες μπήκαν στα σπίτια, σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους.. έσβησαν τελικά στην θάλασσα.

Στην οδό Αργυράς Ακτής, παγιδεύτηκαν σε ένα οικόπεδο 26 άνθρωποι και κάηκαν ομαδικά αγκαλιασμένοι. Η εικόνα των 26 ανθρώπων που πέθαναν μαζί, στοιχειώνει κάθε μνήμη αυτής της νύχτας. Τα νοσοκομεία δεν επαρκούσαν. Οι συγγενείς έψαχναν στα καμένα σπίτια, με φωτογραφίες στα χέρια και δάκρυα στα μάτια. Ο επίσημος αριθμός των θυμάτων δεν έκλεινε για μέρες – κάθε νέα επιβεβαίωση ήταν μια σπαραχτική αλήθεια που ερχόταν να προστεθεί στον κατάλογο.
Ο δικαστικός Γολγοθάς, οι ποινές και οι ένοχοι
Η τραγωδία στο Μάτι πάνω απ’ όλα ανέδειξε την αποτυχία του κρατικού μηχανισμού. Η Δικαιοσύνη ανέλαβε να δώσει απαντήσεις. Όμως, ο δρόμος για τη δικαίωση υπήρξε μακρύς, επίπονος και για πολλούς – άδικος.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων, με απόφαση που εκδόθηκε επτά χρόνια μετά, επέβαλε τελεσίδικες ποινές. Τέσσερις από τους τότε ανώτατους αξιωματούχους κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή 340 ετών – εκτιτέα τα 5. Πρόκειται για τους:
- Σωτήρη Τερζούδη, τότε Αρχηγό της Πυροσβεστικής,
- Βασίλη Ματθαιόπουλο, τότε Υπαρχηγό,
- Ιωάννη Φωστιέρη, τότε επικεφαλής του ΕΣΚΕ,
- Ιωάννη Καπάκη, τότε Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν κατηγορηματική: «Για τους 4 κατηγορουμένους επιβάλλεται η ποινή άνευ αναστολής, άνευ μετατροπής, καθώς θεωρούνται ύποπτοι τέλεσης νέων αδικημάτων».

Η εισαγγελέας, σε λόγο που καταγράφηκε ως ιστορικός, σημείωσε:
«Ούτε μέχρι σήμερα ουδείς εξ αυτών έχει αναγνωρίσει στο ελάχιστο την ευθύνη αυτής της πράξης και το κόστος των παραλείψεών τους για τους πολίτες που είχαν καθήκον να προστατεύουν».
Για άλλους έξι κατηγορουμένους, το δικαστήριο αποφάσισε μετατροπή της ποινής προς 10 ευρώ ημερησίως:
- Χρήστος Γκολφίνος,
- Φίλιππος Παντελεάκος,
- Δαμιανός Παπαδόπουλος,
- Νίκος Παναγιωτόπουλος,
- Χαράλαμπος Χιώνης,
- Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος.
Ιωάννης Φωστιέρης: «Κάναμε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό»
«Θέλαμε εμείς να καούν οι άνθρωποι; Να πάω να αυτοκτονήσω τώρα. Είμαστε και στον έκτο όροφο, θα το πετύχω! Ό,τι μπορούσαμε και ήταν ανθρωπίνως δυνατό το κάναμε» είπε στην απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου για την τραγωδία στο Μάτι ο τότε Διοικητής του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων Ιωάννης Φωστιέρης.
Ο κατηγορούμενος είπε πως θα ήταν επικίνδυνη η απομάκρυνση πολιτών εφόσον δεν υπήρχε σαφής εικόνα από αέρος και εδάφους για τις συνθήκες που επικρατούν ώστε να γίνει ακριβής σχεδιασμός με βάση τα δεδομένα της πορείας της φωτιάς και τις ειδικές συνθήκες της περιοχής εν μέσω θερμών και καυτών ζωνών.
Πρόεδρος: Άρα οι άνθρωποι ήταν καταδικασμένοι όπως μας τα λέτε.
Κατηγορούμενος: Αυτό δεν μπορώ να το πω. Οι επιστήμονες το λένε. Υπήρχε περιβαλλοντική απορρύθμιση στην περιοχή. Οι άνθρωποι είχαν μάθει να ζούνε εκεί. Οι φωτιές όλες, πηγαίνανε παράλληλα με τη Λεωφόρο Μαραθώνος … Καλώς ή κακώς, να λέμε την αλήθεια, ήταν προδιαγεγραμμένο ότι κάποια στιγμή θα γίνει αυτή η καταστροφή.

Στην απολογία του ο κ. Φωστιέρης δήλωσε ότι ήταν σωστή η απόφαση εκτροπής του ελικοπτέρου που επιχειρούσε στο Νταού για να μεταβεί στα Διυλιστήρια Κορίνθου. Ο κατηγορούμενος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα της εκτροπής, καθώς αυτό αλλά και η διαχείριση των εναέριων ήταν εκείνα για τα οποία κρίθηκε ένοχος από το πρώτο δικαστήριο.
«Ορθά έγινε η εκτροπή για τα Διυλιστήρια. Όταν σε καλούν από τέτοιες δομές, από τέτοιες εγκαταστάσεις, δεν υπάρχει θέμα. Σε χρόνο μηδέν πρέπει να ανταποκριθείς. Ειναι οι μεγαλύτερες εγκαταστάσεις στην Ευρώπη. Αποθηκεύονται 2,8 εκατομμύρια κυβικά καυσίμων: κηροζίνες, λιπαντικά, μαζούτ… Και να προσθέσω και κάτι χωρίς να επεκταθώ. Η Ελλάδα είναι ΝΑΤΟ, η συγκεκριμένη εγκατάσταση είναι ΝΑΤΟ. Εδώ θα βάλω τελεία. Δεν είναι απλά τα πράγματα».
Μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, η Δικαιοσύνη συναντούσε την ανθρώπινη Τραγωδία. Ο κάθε μάρτυρας-συγγενείς που ανέβαινε στο βήμα, κουβαλούσε τον δικό του σταυρό. Στη δικαστική αίθουσα, όπου συνήθως επικρατεί σιωπή και τυπικότητα, εκείνη την ημέρα (1/01/2024) η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, σχεδόν αποπνικτική από πόνο. Ήταν η φωνή της Μαρίας Διονυσιώτη, μίας μάνας που μίλησε για το αδιανόητο: τον χαμό της κόρης της, της Μαργαρίτας, και του μόλις έξι μηνών εγγονού της.
«Απλώς υπάρχω σαν ένα κομμάτι κρέας», ψέλλισε από το βήμα η μαυροντυμένη γυναίκα και δάκρυσαν ακόμα και οι δικαστές. Μίλησε λιτά, λιγότερο από πέντε λεπτά. Όμως όσα είπε, έμειναν καρφωμένα στο μυαλό όλων. «Η ψυχή μου έχει καεί. Ζω με μια καύτρα μέσα μου. Η κόρη μου κι ο εγγονός μου έφυγαν γιατί κανείς δεν έκανε τη δουλειά του».
Η Μαργαρίτα βρισκόταν στην Αργυρά Ακτή με το μωρό της όταν ξέσπασε η φωτιά. Όπως περιέγραψε η μάρτυρας, εκείνοι ήταν στη Ραφήνα και προσπαθούσαν με κάθε μέσο να βρουν σκάφος να τη σώσει. Το Λιμενικό αρνήθηκε: «Δεν μπορούν να πλησιάσουν οι βάρκες, έχει βράχια», τους είπαν. Κι έτσι, η νεαρή μητέρα με το βρέφος της έμειναν μόνοι τους στην κόλαση.
Μετά από λίγη ώρα, η Μαργαρίτα μεταφέρθηκε βαριά εγκαυματίας στον Ευαγγελισμό. Ο πατέρας, Ανδρέας Δημητρίου, στέλεχος της Πυροσβεστικής, αγκάλιασε τη μητέρα της και της ψιθύρισε: «Ο μπέμπης έγινε αγγελάκι». Και λίγο αργότερα, πέθανε και η Μαργαρίτα.
Πριν ξεψυχήσει, ζήτησε από τους διασώστες να υπαγορεύσει ένα γράμμα. «Να πείτε στους δικούς μου ότι τους αγαπώ. Ευχαριστώ τον άντρα μου», είπε με φωνή καμένη, αλλά ψυχή δυνατή. Η μητέρα της μιλώντας στο δικαστήριο τόνισε:
«Η Μαργαρίτα ήταν το στήριγμά μας. Ο μπέμπης θα πήγαινε σχολείο τώρα. Αν είχαν στείλει βάρκες, θα ήταν ζωντανός. Αλλά μας άφησαν. Μας εγκατέλειψαν. Δεν ζούμε πια. Είμαστε τρία κομμάτια κρέας – εγώ, ο άντρας μου και ο Αντρέας – που απλώς υπάρχουμε».
«Είδα τη φωτιά. Ειδοποίησα. Δεν έγινε τίποτα»
Η κατάθεση του Εμμανουήλ Τσαλιαγκού, υπαλλήλου της Πολιτικής Προστασίας, φωτίζει την ολιγωρία των πρώτων κρίσιμων λεπτών. Βρισκόταν στη θέση “Οχυρό”, όταν λίγο πριν τις 17:00 είδε τον καπνό και ειδοποίησε αμέσως το Δημαρχείο και την Πυροσβεστική. Προειδοποίησε ότι απαιτούνταν εναέρια μέσα. «Ήταν μεγάλη φωτιά. Δεν ήταν για αστεία», είπε χαρακτηριστικά.
Τελικά εμφανίστηκε ένα ελικόπτερο τύπου Έρικσον, έκανε μόνο μία ρίψη, και εξαφανίστηκε. Τα Καναντέρ, λόγω του αέρα που έτρεχε με 125 χιλιόμετρα την ώρα, δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν. Ο μάρτυρας είπε ξεκάθαρα: «Αν είχαν διατεθεί περισσότερα οχήματα στη Νταού, θα μπορούσε να κρατηθεί. Αν είχε προλάβει η εκκένωση, θα είχαμε λιγότερους νεκρούς».
«Δεν ήμασταν θύματα φωτιάς. Ήμασταν θύματα εγκατάλειψης»
Ο πατέρας της Μαργαρίτας, Χαράλαμπος Διονυσιώτης, δεν συγκρατήθηκε:
«Δεν θα καταλάβετε ποτέ τι ζήσαμε. Δεν υπήρχε κανείς. Ούτε Πυροσβεστική, ούτε Αστυνομία, ούτε Λιμενικό. Ήμασταν μόνοι. Και είμαστε ακόμα μόνοι. Όλα έγιναν λάθος. Δεν υπήρχε ενημέρωση, δεν υπήρχε σχέδιο. Δεν ξέρουμε αν πέθαναν όλοι ακαριαία. Τους άφησαν να ουρλιάζουν εγκαυματίες στα μπαλκόνια».
Η κραυγή του πατέρα αντικατοπτρίζει όχι απλώς οδύνη, αλλά και δικαιολογημένη οργή.
«Και σήμερα, επτά χρόνια μετά, δεν έχουμε βοήθεια. Ούτε για να καθαρίσουμε τα αποκαΐδια. Μας ζητούσαν να πληρώσουμε το παράβολο για να έρθει το απορριμματοφόρο», κατέληξε.
Ιωάννα Γατοπούλου: «Βγήκα από τη θάλασσα και είχα αφόρητους πόνους»
Η Ιωάννα Γατοπούλου, πολυεγκαυματίας από το Μάτι, θυμάται εκείνη τη μέρα που ο χρόνος σταμάτησε και η θάλασσα έγινε το μοναδικό της καταφύγιο. Μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» του ΕΡΤNews, η κα Γατοπούλου αναφέρθηκε στα γεγονότα της τραγικής εκείνης ημέρας, όπως τα βίωσε η ίδια.
H κα Γατοπούλου, μίλησε για την τραγική ημέρα, από την ώρα που ξεκίνησε η φωτιά. Όπως είπε, «κατέβηκα προς τη θάλασσα που είναι πολύ κοντά. Εκεί λοιπόν στην Ποσειδώνος τα αυτοκίνητα ήταν τέσσερις σειρές, ενώ είναι πολύ στενός δρόμος και δεν χωράνε πάνω από 2 αυτοκίνητα. Έπρεπε να κάνω πολλούς ελιγμούς για να μπορέσω να κατέβω στο μονοπάτι, το οποίο το ξέραμε μόνο οι ντόπιοι. Έφτασα στη θάλασσα και μπήκα στο νερό, όπως και οι υπόλοιποι της πολυκατοικίας».
«Κολυμπούσαμε τουλάχιστον 3 ώρες και ο αέρας μας πήγαινε προς τα μέσα, προς την Εύβοια», εξήγησε. Και συνέχισε, «αφού είδαμε να καίγονται όλα, γιατί το πράσινο κατέβαινε μέχρι κάτω, αποφασίσαμε να βγούμε έξω. Εκεί κατάλαβα – γιατί πριν, μέσα στο νερό, δεν το είχα καταλάβει – ότι έχω καεί».
Όπως ανέφερε η κα Γατοπούλου, «φεύγοντας από το σπίτι ένιωθα στην πλάτη μου, στα πόδια, στα χέρια που ήταν ακάλυπτα, κάτι σαν πετραδάκια από τον αέρα. Όταν βγήκαμε έξω από το νερό όμως, άρχισα να έχω αφόρητους πόνους και περιμέναμε να έρθει κάποιο μέσο να μας πάρει, εμάς τουλάχιστον, τους εγκαυματίες για να μας πάει σε κάποιο κέντρο, νοσοκομείο(…)».
«Ειδοποίησαν κάποιοι το Λιμενικό στη Ραφήνα, το οποίο ήρθε μετά από τρία τέταρτα, δεν έκανε τίποτα. Έφυγε γιατί ακούστηκε ότι δεν μπορούσε να πλησιάσει. Δεν σκέφτηκαν να ρίξουν κάποια βάρκα και περιμέναμε εκεί άλλη μία ώρα και παραπάνω με τον αέρα, τους καπνούς… να μην μπορείς να δεις μπροστά σου. Κάποια στιγμή βρέθηκε ένα φουσκωτό με ιδιώτες, που πήραν εμένα και μια άλλη κυρία που ήμασταν εγκαυματίας και μας πήγαν στη Νέα Μάκρη στο ιατρικό κέντρο».
Σχετικά με την απόφαση του δικαστηρίου, η κ. Γατοπούλου είπε πως δεν υπήρχε δικαίωση. «Το αποτέλεσμα ήταν ότι η ίδια τιμωρία, ας το πω ποινή, δόθηκε όπως ήταν στο πρωτόδικο, δηλαδή 10 ευρώ την ημέρα για τρία χρόνια. Εγώ το θεωρώ μάλλον κοροϊδία αυτό. Είναι δικαίωση εν μέρει, για τους τέσσερις που μπήκαν φυλακή».
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr
