Φονταμενταλισμός στην Τέχνη: Όταν οι προσωπικές (ή μονολιθικές) πεποιθήσεις μετατρέπονται σε κραυγαλέο δόγμα λογοκρισίας (και υποκρισίας)
Δεν πρόκειται για την τέχνη καθ’ εαυτήν, αλλά για την ανάγκη ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από τον «τρόμο» και τη μονολιθικότητα.
Δεν πρόκειται για την τέχνη καθ’ εαυτήν, αλλά για την ανάγκη ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από τον «τρόμο» και τη μονολιθικότητα.
Το περιστατικό της εισβολής του βουλευτή του κόμματος «ΝΙΚΗ», Νίκου Παπαδόπουλου, στην Εθνική Πινακοθήκη δεν είναι απλώς ένα στιγμιαίο ξέσπασμα θρησκευτικού φανατισμού. Είναι η εκδήλωση ενός βαθύτερου φονταμενταλιστικού ρεύματος που έχει παρεισφρήσει στον πολιτικό λόγο, διεκδικώντας προνομιακή θέση στην ερμηνεία της τέχνης και της δημόσιας ζωής. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ένας βουλευτής έχει δικαίωμα να εκφέρει άποψη για την τέχνη – δικαίωμα που έχει ο κάθε πολίτης – αλλά το ποιος και με ποια νομιμοποίηση του παρέχει αυτόν τον «άμβωνα» επιβολής, ώστε η προσωπική του πίστη να μετατρέπεται σε κραυγαλέο δόγμα λογοκρισίας.
Ο φασισμός της μονοδιάστατης ερμηνείας
Ο Ρολάν Μπαρ στο δοκίμιό του Ο θάνατος του συγγραφέα (1967) αποκαθήλωσε την έννοια του μοναδικού νοήματος στο κείμενο. Η τέχνη, η λογοτεχνία, η εικαστική δημιουργία δεν έχουν έναν αυστηρά καθορισμένο σημασιολογικό προορισμό. Η ερμηνεία δεν ανήκει ούτε στον δημιουργό, ούτε σε κάποιον αυτόκλητο κριτή που επιθυμεί να επιβάλει το «σωστό» βλέμμα στον κόσμο. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να καταστρατηγήσει κάθε μορφή φονταμενταλισμού: η τέχνη μετατρέπεται σε πεδίο ηθικολογικής επίθεσης και ποινικής απόδοσης ευθυνών, όταν δεν υπηρετεί μια προκαθορισμένη, αποστειρωμένη εκδοχή της πραγματικότητας.
Αντιμέτωπος με ένα έργο που «θίγει» την Ορθοδοξία, ο Παπαδόπουλος δεν διατυπώνει κριτική – τη φιμώνει. Δεν συζητά, αλλά καταστρέφει. Η πράξη του δεν είναι παρά η ακραία εφαρμογή μιας ιδεολογίας που δεν αναγνωρίζει στην τέχνη παρά μόνον τον ρόλο της προέκτασης της θρησκευτικής ή εθνικής κατήχησης. Η ίδια λογική διέπει τον φανατισμό κάθε εποχής, από την εικονομαχία μέχρι τη ναζιστική καταστροφή «εκφυλισμένης τέχνης» στη δεκαετία του ’30.
Ο Μπένγιαμιν και η αυταρχική «αύρα» της πολιτικής
Στην «Καλλιτεχνική Εργασία στην Εποχή της Τεχνικής της Αναπαραγωγής» (1936), ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ανέλυσε πώς η αυθεντία και η αύρα του μοναδικού καλλιτεχνικού έργου αποδομούνται στην εποχή της μαζικής αναπαραγωγής. Το έργο τέχνης, με άλλα λόγια, παύει να είναι ένα ιερό αντικείμενο, μια φετιχιστική εικόνα, και γίνεται κομμάτι μιας διαλεκτικής σχέσης με την κοινωνία. Αυτή η σχέση, όμως, τρομοκρατεί όσους έχουν ανάγκη να προστατεύσουν μια μονολιθική αφήγηση. Οι επιθέσεις στην ελευθερία της έκφρασης στηρίζονται ακριβώς στην επιθυμία να επανέλθει η τέχνη στην προνεωτερική της διάσταση – ως ένα θρησκευτικό ή εθνικό τοτέμ που δεν επιδέχεται αναθεωρήσεις, αμφισβητήσεις, ούτε, πολύ περισσότερο, αποδόμηση.
Το κόμμα «ΝΙΚΗ» και οι εκπρόσωποί του δεν βλέπουν την τέχνη ως διάλογο, αλλά ως απειλή. Οτιδήποτε ξεφεύγει από το οικείο πλαίσιο της θρησκευτικής τους κοσμοθεωρίας πρέπει να λογοκριθεί, να εξαλειφθεί ή – όπως στην περίπτωση της Εθνικής Πινακοθήκης – να καταστραφεί. Ο Μπένγιαμιν έδειξε πως η φασιστική αισθητική δεν επιτρέπει την πολιτικοποίηση της τέχνης, αλλά την αισθητικοποίηση της πολιτικής – δηλαδή τη μετατροπή της δημόσιας ζωής σε ένα θέαμα πίστης και πειθαρχίας. Και αυτή είναι η ουσία του ζητήματος: δεν πρόκειται για την τέχνη καθ’ εαυτήν, αλλά για την ανάγκη ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα από τον «τρόμο» και τη μονολιθικότητα.
Η κοινωνία ως θεατής – αλλά όχι ως συνένοχος
Η ουσία του ζητήματος δεν είναι η αποδοκιμασία της πράξης ενός βουλευτή που οδηγήθηκε στις αρχές. Το θέμα είναι γιατί τέτοιες αντιλήψεις βρίσκουν ακόμη πρόσφορο έδαφος στη δημόσια σφαίρα. Ποιος δίνει στους πολιτικούς αυτούς την ψευδαίσθηση ότι είναι θεματοφύλακες της τέχνης και της ηθικής; Και, κυρίως, γιατί η κοινωνία εξακολουθεί να δέχεται ότι η τέχνη (και μέχρι ενός σημείου αυτοί που την παράγουν) οφείλει να απολογείται για το δικαίωμά της να υπάρχει;
Η απάντηση είναι ότι ο αγώνας ενάντια στη λογοκρισία δεν είναι ποτέ δεδομένος. Ούτε κερδισμένος. Κάθε εποχή έχει τους δικούς της Παπαδόπουλους, έτοιμους να εισβάλουν, να καταστρέψουν και να επιβάλουν την ερμηνεία τους. Η τέχνη, όμως, υπάρχει για να αποδεικνύει διαρκώς το αντίθετο: πως ο κόσμος δεν είναι ένα κλειστό αφήγημα, αλλά ένα πεδίο συνεχούς αναδιαπραγμάτευσης, όπου το αλλόκοτο, το γκροτέσκο, το ανοίκειο, το διαφορετικό, έχουν δικαίωμα στη δημόσια θέα. Και ακριβώς γι’ αυτό τρομάζουν τόσο πολύ εκείνους που επιμένουν να βλέπουν την κοινωνία ως εκκλησία, αντί για ανοιχτή σκηνή διαλόγου.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr