Γενοκτονία των Ποντίων: Το οργανωμένο έγκλημα που αφάνισε 353.000 ψυχές – Ιστορική ανάλυση, μαρτυρίες και διπλωματικές εξελίξεις
Η 19η Μαΐου αποτελεί ημέρα μνήμης για ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας: τη Γενοκτονία των Ποντίων
Η 19η Μαΐου αποτελεί ημέρα μνήμης για ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας: τη Γενοκτονία των Ποντίων
Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης ιστορίας. Κατά την περίοδο 1916-1923, ο ποντιακός ελληνισμός της Μικράς Ασίας υπέστη έναν συστηματικό διωγμό που είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία περίπου 353.000 Ελλήνων του Πόντου. Η 19η Μαΐου αποτελεί ημέρα μνήμης για ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας: τη Γενοκτονία των Ποντίων. Το έγκλημα αυτό διαπράχθηκε σε δύο φάσεις: ξεκίνησε υπό την ηγεσία των Νεότουρκων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ολοκληρώθηκε από το κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ κατά τον Τουρκικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε τεκμηριωμένα το ιστορικό πλαίσιο και την εξέλιξη της γενοκτονίας, αναλύουμε τα κίνητρα της τότε τουρκικής ηγεσίας, δίνουμε φωνή σε συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζησάντων και εξετάζουμε την τρέχουσα κατάσταση στο διπλωματικό πεδίο, με έμφαση στις διεθνείς αναγνωρίσεις και αντιδράσεις.
Ιστορικό πλαίσιο και έναρξη της Γενοκτονίας
Το σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων του Πόντου είχε διαμορφωθεί ήδη από την εποχή των Νεότουρκων. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, το 1911 στο Συνέδριο του «Κομιτάτου Ένωσις και Πρόοδος» στη Θεσσαλονίκη αποφασίστηκε η “κάθαρση” της Μικράς Ασίας από τις χριστιανικές εθνότητες – ανάμεσά τους και οι Έλληνες του Πόντου. Οι Νεότουρκοι, υπό την ηγεσία των Τριών Πασάδων, εγκαινίασαν έτσι την πρώτη φάση της γενοκτονίας κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918).
Πρώτη φάση (1914-1918): Επιχειρήθηκε η εκρίζωση του ελληνικού πληθυσμού με μεθοδευμένους διωγμούς και εκτοπισμούς. Χιλιάδες άνδρες 15-45 ετών στάλθηκαν στα berühmten «Τάγματα Εργασίας» (τουρκ. amele taburu) – καταναγκαστικά εργατικά τάγματα στα βάθη της Ανατολίας – όπου πολλοί βρήκαν φρικτό θάνατο από πείνα, κακουχίες και βασανιστήρια Αυτή η τακτική έχει χαρακτηριστεί ως «λευκή σφαγή» διότι εξόντωσε μαζικά πληθυσμούς χωρίς μάχη. Παράλληλα, επιβλήθηκαν οικονομικοί και κοινωνικοί περιορισμοί: οι ελληνικές επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν, απαγορεύθηκε στους μουσουλμάνους να συνεργάζονται με Έλληνες, ενώ οργανωμένες συμμορίες εξαπέλυσαν επιθέσεις σε ελληνικά χωριά με δολοφονίες, βιασμούς και ληστείες. Μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτιμάται ότι περίπου 150.000 Πόντιοι είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους στην πρώτη αυτή φάση
Δεύτερη φάση (1919-1923): Μετά την ήττα των Οθωμανών και τη λήξη του πολέμου, φάνηκε ένα πρόσκαιρο τέλος στη βία. Ωστόσο, η ανάπαυλα ήταν σύντομη. Στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, σηματοδοτώντας την έναρξη της δεύτερης και πιο άγριας φάσης της γενοκτονίας Ο Κεμάλ, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος, συνέχισε και ενέτεινε τις αγριότητες των Νεοτούρκων. Συνεργάστηκε με διαβόητους αρχηγούς παραστρατιωτικών ομάδων όπως ο Τοπάλ Οσμάν και ο Ίψιζ Ρετζέπ – άνδρες που είχαν διακριθεί ως «σφαγείς» κατά των Αρμενίων λίγα χρόνια νωρίτερα Ο Κεμάλ ανέθεσε ευθέως στον Τοπάλ Οσμάν το έργο της “εκκαθάρισης” του Πόντου από Έλληνες, Αρμένιους και Ασσυρίους, δίνοντάς του πρακτικά απόλυτη εξουσία στην περιοχή της Κερασούντας.
Οι μέθοδοι εξόντωσης κατά τη δεύτερη φάση ήταν αποτρόπαιες: χωριά ολόκληρα ξεκληρίζονταν, με τους κατοίκους τους να οδηγούνται σε σπηλιές όπου είτε κάηκαν ζωντανοί είτε a απο τις κακουχίες. Οι παρακρατικές ομάδες του Τοπάλ Οσμάν τρομοκρατούσαν την ύπαιθρο ανεξέλεγκτα: όπως περιέγραφε Ευρωπαίος ιεραπόστολος το 1922, «δεν περνάει μέρα ή νύχτα χωρίς να χυθεί αίμα – εισβάλλουν στα σπίτια, αρπάζουν τους άντρες από τις γυναίκες, τα παιδιά από τις μητέρες και πολλές φορές τους πυροβολούν επιτόπου». Οι βιαιοπραγίες ήταν τέτοιας αγριότητας, που ακόμη και μέλη της τοπικής μουσουλμανικής κοινότητας φρίττοντας ζήτησαν από την κυβέρνηση της Άγκυρας να ανακαλέσει τους δολοφόνους. Ο Ατατούρκ τελικά κάλεσε τον Τοπάλ Οσμάν στην Άγκυρα – τον αντάμειψε διορίζοντάς τον προσωπικό του σωματοφύλακα, μέχρι που ο Οσμάν εκτελέστηκε αργότερα όταν στράφηκε εναντίον του ίδιου του Κεμάλ, έχοντας διαπράξει ακόμη και τη δολοφονία βουλευτή που τόλμησε να ασκήσει κριτική.
Παράλληλα, ιδρύθηκαν τα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» (İstiklal Mahkemeleri) σε πόλεις του Πόντου, με σκοπό να δικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες όσους Έλληνες θεωρούνταν ύποπτοι αντίστασης. Οι αποφάσεις τους ισοδυναμούσαν σχεδόν πάντα με θανατικές ποινές χωρίς δικαίωμα έφεσης, και οι εκτελέσεις (συνήθως δι’ απαγχονισμού) γίνονταν άμεσα. Μεταξύ των θυμάτων των δικαστηρίων αυτών ήταν εκατοντάδες εξέχοντες Έλληνες της περιοχής – δάσκαλοι των αμερικανικών και ελληνικών σχολείων, ιερείς, προεστοί, ακόμα και όλη η ποδοσφαιρική ομάδα του περίφημου “Ποντιακού Συλλόγου” Μερζιφούντας, που εκτελέστηκε επειδή το όνομά της θεωρήθηκε αρκετό για να κατηγορηθεί ως αυτονομιστική οργάνωση. Ο Κεμάλ ανέθεσε επίσης στον σκληροπυρηνικό στρατηγό Νουρεδδίν πασά την διοίκηση της Κεντρικής Στρατιάς στον Πόντο, για να «εκκαθαρίσει» κάθε εστία αντίστασης. Ο Νουρεδδίν ισοπέδωσε εκατοντάδες ανυπεράσπιστα ελληνικά χωριά, ενώ διακρίθηκε και για το σαδισμό του σε βάρος όσων αντιτάσσονταν στο καθεστώς: αυτός διέταξε, για παράδειγμα, τον φρικτό διαμελισμό ενός Τούρκου δημοσιογράφου που είχε επικρίνει τον Κεμάλ, καθώς και τον δημόσιο λιντσάρισμα του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου το 1922, πριν βάλει φωτιά στη Σμύρνη.
Μέχρι το τέλος του 1923, ο άλλοτε ακμαίος ελληνισμός του Πόντου είχε σχεδόν αφανιστεί. Οι απώλειες υπολογίζονται σε 353.000 ψυχές – περίπου το ήμισυ του προπολεμικού ποντιακού πληθυσμού. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες επιζώντες εκτοπίστηκαν οριστικά στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάνης και της ανταλλαγής πληθυσμών το 1923. Έτσι, η γενοκτονία τερματίστηκε με τον ξεριζωμό των τελευταίων Ποντίων από τις πατρογονικές τους εστίες, ολοκληρώνοντας μια τραγωδία που στοίχισε αμέτρητες ζωές και διέλυσε μια παρουσία αιώνων.
Κίνητρα του Κεμάλ Ατατούρκ και της Τουρκικής Ηγεσίας
Τα κίνητρα πίσω από τη γενοκτονία των Ποντίων συνδέονται άρρηκτα με την ιδεολογία του τουρκικού εθνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα. Η αρχή της “Τουρκοποίησης” των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε θεμελιώδη στόχο των Νεοτούρκων, οι οποίοι ευαγγελίζονταν μια ομοιογενή τουρκική πατρίδα χωρίς μειονότητες. Ο Μουσταφά Κεμάλ συνέχισε αυτό το σχέδιο με ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα, καθώς θεωρούσε ότι η ίδρυση του νέου τουρκικού κράτους προϋπέθετε την εξάλειψη κάθε μη μουσουλμανικού – και ιδιαίτερα ελληνικού και αρμενικού – στοιχείου που θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτονομία ή να λειτουργήσει ως «πέμπτη φάλαγγα» υπέρ ξένων δυνάμεων.
Ένα βασικό κίνητρο ήταν η αντίληψη ότι οι Έλληνες του Πόντου αποτελούσαν απειλή για την εδαφική ακεραιότητα. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ορισμένοι Πόντιοι κατέφυγαν στα βουνά συγκροτώντας αντάρτικες ομάδες αυτοάμυνας, ιδίως αφού είχαν ήδη δει τη μοίρα των Αρμενίων. Επιπλέον, μετά το 1918 κυκλοφορούσαν προτάσεις στους κόλπους της Αντάντ για ενδεχόμενο αυτόνομο κράτος του Πόντου σε συνεργασία με την Αρμενία. Αυτές οι προοπτικές ενίσχυσαν τον φόβο και την εχθρότητα της τουρκικής ηγεσίας απέναντι στον ποντιακό ελληνισμό, οδηγώντας την να επισπεύσει την «τελική λύση» της φυσικής του εξόντωσης.
Πέραν του ακραίου εθνικισμού, υπήρχαν και υλικά κίνητρα. Πολλοί από τους τοπικούς αξιωματούχους και ηγέτες των ταγμάτων θανάτου καρπώθηκαν τεράστια οικονομικά οφέλη από τη λεηλασία των περιουσιών των Ελλήνων Γαιοκτησίες, επιχειρήσεις, σπίτια και κοπάδια άλλαξαν χέρια, δημιουργώντας μια νέα μουσουλμανική αστική τάξη στις εκκενωμένες περιοχές. Όπως έχει επισημανθεί, οι πρωταγωνιστές των σφαγών απέκτησαν αξιώματα που δεν θα ονειρεύονταν αλλιώς και έκτισαν την ισχύ τους πάνω στα ερείπια των ελληνικών κοινοτήτων, γεγονός που τους έδινε ισχυρό κίνητρο να φέρουν σε πέρας το «έργο» της γενοκτονίας
Ένα ακόμη στοιχείο που φώτιζε τα κίνητρα της τουρκικής ηγεσίας είναι η αίσθηση ατιμωρησίας και μιμητισμού. Η διεθνής κοινότητα δεν αντέδρασε έγκαιρα ούτε αποφασιστικά στις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αργότερα, η ναζιστική Γερμανία εξήρε τις πρακτικές του Κεμάλ ως «τουρκικό μοντέλο» γενοκτονίας, εντυπωσιασμένη από το πόσο αποτελεσματικά εξαφανίστηκαν οι μειονότητες χωρίς σοβαρές συνέπειες για τους δράστες Η διαβόητη φράση που αποδίδεται στον Χίτλερ – «Ποιος θυμάται σήμερα τους Αρμένιους;» – αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτήν την πεποίθηση ότι ο κόσμος θα ξεχνούσε και τα εγκλήματα κατά των Ελλήνων.
Συνοψίζοντας, ο Κεμάλ και οι συνεργάτες του είχαν ιδεολογικό κίνητρο (την εθνοκάθαρση στο όνομα του έθνους-κράτους), στρατηγικό κίνητρο (την εξάλειψη μιας πληθυσμιακής ομάδας που θεωρούσαν επικίνδυνη για αποσχίσεις ή ξένη επέμβαση) και οικονομικό κίνητρο (τη λεηλασία και την αναδιανομή πλούτου). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τον φανατισμό και την απουσία διεθνούς λογοδοσίας, συνέθεσαν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διαπράχθηκε η γενοκτονία των Ποντίων.

Μαρτυρίες επιζώντων: Η ανθρώπινη διάσταση
Πίσω από τους αριθμούς των θυμάτων και τις ψυχρές ιστορικές αναφορές, ξεδιπλώνονται χιλιάδες ανθρώπινες τραγωδίες. Οι μαρτυρίες επιζώντων και αυτοπτών μαρτύρων μάς επιτρέπουν να αντιληφθούμε το ανείπωτο βάρος του πόνου εκείνης της εποχής.
Μια συγκλονιστική εικόνα της καθημερινής φρίκης αποτυπώνεται στην επιστολή ενός καθολικού ιεραποστόλου, του πατέρα Lorenzo da Montemarciano, από την Τραπεζούντα τον Μάιο του 1922. Ο ιεραπόστολος περιγράφει πως στην Τραπεζούντα είχαν απομείνει μόνο γυναίκες και παιδιά – όλοι οι άνδρες είτε είχαν εκτοπιστεί είτε σκοτωθεί – ενώ στα γύρω χωριά «δεν είχε μείνει πια κανένα ελληνικό χωριό. Όλοι είχαν δολοφονηθεί και τα χωριά λεηλατηθεί». Για τον δε διαβόητο Τοπάλ Οσμάν σημειώνει: «Διατρέχει την ύπαιθρο σκοτώνοντας, λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα ατιμώρητος… Η ομάδα του αποτελείται από εκατό άντρες της ίδιας πάστας μ’ αυτόν· διώχνουν τους Έλληνες από την πόλη σκοτώνοντας τους περισσότερους. Δεν περνάει μέρα και νύχτα που να μη σκορπίσει αίμα. Εισβάλλει στα σπίτια αιφνιδίως, αρπάζει από τα χέρια των συζύγων τους άντρες, από τα χέρια των μητέρων τα παιδιά, και πολλές φορές τους πυροβολεί επιτόπου». Αυτή η μαρτυρία αποκαλύπτει το απόλυτο κλίμα τρόμου που βίωναν οι άμαχοι: κανένας δεν ήταν ασφαλής ούτε μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Εξίσου συγκινητική είναι η μαρτυρία ενός άλλου ιεραποστόλου, του p. Cirillo, τον Δεκέμβριο του 1922, για την απίστευτη αντοχή και αξιοπρέπεια των Ποντίων γυναικών μέσα στη φρίκη. «Διωκόμενη, πεινασμένη, γυμνή, μακριά από τον άντρα της,» – γράφει – «η Ελληνίδα της Τραπεζούντας… ήξερε πώς να διατηρήσει… την τιμή του φύλου της, της οικογένειάς της και της πίστης των προγόνων της». Ωστόσο, προσθέτει με πίκρα ότι όλη αυτή η ηρωική ευσέβεια “είναι καταδικασμένη σε καταστροφή λόγω των συστηματικών εκτοπίσεων που οργανώνει η κυβέρνηση του Κεμάλ… Οι ληστές και οι στρατιώτες […] καθιστούν αδύνατη τη ζωή για τον χριστιανικό πληθυσμό”. Ο ίδιος σημειώνει πως χιλιάδες ήδη είχαν φύγει εξόριστοι και όσοι απέμεναν ήταν καταδικασμένοι σε αργό θάνατο στις πορείες της εξορίας ή στα βουνά, προκειμένου να μην προδώσουν την πίστη και την τιμή τους.
Πέρα από τις ξένες μαρτυρίες, οι αφηγήσεις των ίδιων των επιζησάντων Ποντίων (και των απογόνων τους) συγκλονίζουν με τις λεπτομέρειες της βαρβαρότητας αλλά και των απάνθρωπων διλημμάτων που αντιμετώπισαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορία μιας ομάδας χωρικών που προσπαθούσαν να διαφύγουν μέσα από τα δάση προς τη θάλασσα. Ανάμεσά τους ήταν μια μητέρα με το βρέφος της, το οποίο έκλαιγε ασταμάτητα. Οι καταπονημένοι πρόσφυγες, κρυμμένοι σε μια σπηλιά, αντιμετώπισαν το φρικτό δίλημμα: το κλάμα του μωρού κινδύνευε να προδώσει τη θέση όλων στους Τσέτες (τους ένοπλους Τούρκους άτακτους) που πλησίαζαν. Με τις σφαίρες και τις κραυγές των διωκτών να ακούγονται όλο και πιο κοντά, η μητέρα – μη βρίσκοντας άλλο τρόπο να το ησυχάσει καθώς το γάλα της είχε στερέψει από τον τρόμο – αναγκάστηκε να το πνίξει με τα ίδια της τα χέρια για να σώσει τους υπόλοιπους. Όπως περιγράφεται σε καταγραφή της προφορικής παράδοσης, ο πατέρας πρώτα βάφτισε πρόχειρα το αβάπτιστο βρέφος ονομάζοντάς το «Άγγελο» και ύστερα, με δάκρυα στα μάτια, συναίνεσε στη φρικτή θυσία: «Θεέ μου, συγχώρεσε τον αμαρτωλό δούλο Σου· Εσύ θυσίασες τον Υιό Σου για τους ανθρώπους κι εγώ το μωρό μου για το χωριό. Καλύτερα νεκρό παρά ζωντανό και άπιστο» ήταν τα λόγια του. Η σιωπή που ακολούθησε το τελευταίο πνιχτό κλάμα του βρέφους έσωσε τους κρυμμένους χωρικούς, όμως ο τραγικός πατέρας έμεινε «νεκρός εν ζωή», βυθισμένος στην τρέλα και τις τύψεις – το άηχο κλάμα του παιδιού του αντηχούσε στην καρδιά και το μυαλό του μέχρι το τέλος των ημερών του.
Αυτές οι μαρτυρίες – και αμέτρητες άλλες παρόμοιες – δίνουν ανθρώπινο πρόσωπο στη γενοκτονία. Μιλούν για οικογένειες διαλυμένες, για παιδιά που χάθηκαν μέσα στο χάος, για απελπισμένες πορείες θανάτου μέσα σε βουνά και χιόνια, για πείνα, αρρώστιες και απανθρωπιά. Την ίδια στιγμή, αναδεικνύουν και πράξεις απίστευτης γενναιότητας, αυτοθυσίας και αλληλεγγύης: μητέρες που έκαναν το ύστατο καθήκον, ξένοι ναυτικοί που έσωσαν κυνηγημένους (όπως η ιστορία ενός κοριτσιού, της Κατερίνας, που το άρπαξε ένας ληστής αλλά σώθηκε τελικά από Αμερικανούς ναύτες που το πήραν μαζί τους, και κοινότητες στην Ελλάδα που αγκάλιασαν τους ξεριζωμένους πρόσφυγες όταν αυτοί έφτασαν εξαθλιωμένοι.
Η ανθρώπινη διάσταση της γενοκτονίας των Ποντίων υπενθυμίζει ότι πέρα από τα γεωπολιτικά σχέδια και τις στατιστικές, διαπράχθηκε ένα έγκλημα κατά συγκεκριμένων ανθρώπων: ανδρών, γυναικών και παιδιών με όνομα, ιστορία και όνειρα, που εξοντώθηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.

Διεθνής αναγνώριση και διπλωματικές εξελίξεις
Για πολλές δεκαετίες η τραγωδία των Ποντίων έμεινε στο περιθώριο της διεθνούς ιστορικής μνήμης, συχνά επισκιασμένη από άλλες μεγάλες γενοκτονίες του 20ού αιώνα. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1990 και εξής, η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων έχει γίνει αντικείμενο επίμονων προσπαθειών από τον ποντιακό ελληνισμό και την Ελλάδα, οδηγώντας σε σημαντικές εξελίξεις στο διπλωματικό επίπεδο.
Στην ίδια την Ελλάδα, χρειάστηκε να περάσουν 70 χρόνια μέχρι η πολιτεία να τιμήσει επίσημα τη μνήμη των θυμάτων. Το Ελληνικό Κοινοβούλιο το 1994 ανακήρυξε ομόφωνα την 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Η ημερομηνία επελέγη συμβολικά επειδή σηματοδοτεί την ημέρα έναρξης της δεύτερης φάσης (19/5/1919, απόβαση Κεμάλ στη Σαμψούντα). Έκτοτε, κάθε χρόνο την ημέρα αυτή πραγματοποιούνται στην Ελλάδα εκδηλώσεις μνήμης και ενημέρωσης.
Σε διεθνές επίπεδο, η Κύπρος ήταν η πρώτη χώρα (μετά την Ελλάδα) που αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων: η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας ψήφισε σχετικό ψήφισμα στις 19 Μαΐου 1994. Ακολούθησαν άλλες χώρες και οργανισμοί τα επόμενα χρόνια:
-
Αρμενία: Το 2015 η Αρμενική Βουλή αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (μαζί με εκείνη των Ασσυρίων) ως πράξη αλληλεγγύης, δεδομένης και της ιστορικής κοινής μοίρας των Αρμενίων Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αρμενία είναι μέχρι σήμερα η μόνη χώρα που έχει αναγνωρίσει όλες τις σφαγές των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συνολικά ως Γενοκτονία.
-
Σουηδία: Το σουηδικό Κοινοβούλιο αναγνώρισε τη γενοκτονία των Ποντίων (καθώς και των Αρμενίων και Ασσυρίων) αρχικά το 2010 με οριακή πλειοψηφία και εκ νέου στις 11 Μαρτίου 2021, επαναβεβαιώνοντας την θέση του υπέρ της ιστορικής αλήθειας
-
,Ολλανδία: Τον Απρίλιο του 2015, η ολλανδική Βουλή πέρασε ψήφισμα αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ποντίων (σε συνδυασμό με τις άλλες γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της Ανατολής).
-
Αυστρία: Την ίδια χρονιά (2015), και η Αυστριακή Βουλή ενέταξε σε ψήφισμά της την αναγνώριση των εγκλημάτων κατά των Ελλήνων του Πόντου στο πλαίσιο δήλωσης για τα 100 χρόνια από τις γενοκτονίες.
-
Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS): Το 2007 η σημαντική αυτή ένωση ακαδημαϊκών αναγνώρισε κι αυτή επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και των υπόλοιπων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, δίνοντας βάρος με το επιστημονικό της κύρος στην προσπάθεια διεθνούς ευαισθητοποίησης.
-
Ηνωμένες Πολιτείες (πολιτείες και πόλεις): Αν και σε ομοσπονδιακό επίπεδο οι ΗΠΑ δεν έχουν αναγνωρίσει επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, εντούτοις πολλές πολιτείες το έκαναν με αποφάσεις των νομοθετικών σωμάτων ή διακηρύξεις των κυβερνητών τους. Εννέα αμερικανικές πολιτείες – μεταξύ των οποίων η Νέα Υόρκη (2002), το Νιου Τζέρσεϊ (2002), η Πενσυλβάνια (2003), η Τζόρτζια (2003), η Φλόριντα (2005), η Νότια Ντακότα (2015) κ.ά. – έχουν υιοθετήσει ψηφίσματα μνήμης για τους Ποντίους. Επίσης αρκετές μεγάλες πόλεις του Καναδά (Τορόντο, Μόντρεαλ, Οτάβα κ.ά.) έχουν εκδώσει ανάλογα ψηφίσματα. παρότι ο Καναδάς ως κράτος δεν έχει προβεί σε επίσημη αναγνώριση
-
Αυστραλία: Δύο πολιτείες της Αυστραλίας, η Νέα Νότια Ουαλία (Σίδνεϋ) και η Νότια Αυστραλία, αναγνώρισαν τη γενοκτονία (το 2013 και 2009 αντίστοιχα). Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2021 η Ομοσπονδιακή Βουλή της Αυστραλίας συζήτησε για πρώτη φορά το θέμα και ενέκρινε ομόφωνα πρόταση υπέρ της αναγνώρισης των γενοκτονιών των Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, σε ένα σημαντικό βήμα – αν και η απόφαση αυτή είχε συμβολικό χαρακτήρα χωρίς (ακόμα) νομοθετική δεσμευτικότητα.
| Χώρα / Οντότητα | Έτος Αναγνώρισης | Μορφή Αναγνώρισης |
|---|---|---|
| Ελλάδα | 1994 | Ψήφισμα Βουλής & επίσημη εθνική ημέρα μνήμης (19 Μαΐου) |
| Κύπρος | 1994 | Ψήφισμα Βουλής |
| Αρμενία | 2015 | Κοινοβουλευτικό ψήφισμα |
| Σουηδία | 2010 / 2021 | Ψήφισμα Κοινοβουλίου (2 φορές) |
| Ολλανδία | 2015 | Ψήφισμα Κοινοβουλίου |
| Αυστρία | 2015 | Ψήφισμα Κοινοβουλίου |
| ΗΠΑ (πολιτείες) | 2002–2015 | Ψηφίσματα πολιτειών |
| Καναδάς (πόλεις) | 2010–2022 | Δημοτικά ψηφίσματα |
| Αυστραλία (πολιτείες) | 2009 / 2013 | Ψηφίσματα πολιτειών |
| Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS) | 2007 | Ακαδημαϊκή αναγνώριση |
Βιβλιογραφία
- Akçam, T. (2012). *The Young Turks’ Crime Against Humanity: The Armenian Genocide and Ethnic Cleansing in the Ottoman Empire*. Princeton University Press.
- Hovannisian, R. G. (ed.) (2007). *The Armenian Genocide: Cultural and Ethical Legacies*. Transaction Publishers.
- Jones, A. (2010). *Genocide: A Comprehensive Introduction*. Routledge.
- Καλογερόπουλος, Ι. (2007). *Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου*. Εκδ. Ποντιακή Εστία.
- Φωτιάδης, Κ. (1996). *Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου*. Έκδοση Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης.
- Παπαδόπουλος, Κ.Φ. (2019). *Οι Διωγμοί στον Πόντο μέσα από μαρτυρίες*. Εκδόσεις Παπαζήση.
- International Association of Genocide Scholars (2007). *Official Resolution on the Recognition of the Greek Genocide*.
- Πρακτικά Βουλής των Ελλήνων (1994). Ψήφισμα για την καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr