Γιάννης Αντετοκούνμπο: Γίγαντας σαν Νιγηριανός και ωραίος σαν Έλληνας
Από το υπόγειο των Σεπολίων στην κορυφή του κόσμου
Από το υπόγειο των Σεπολίων στην κορυφή του κόσμου
Το βράδυ της περασμένης Τρίτης που παιζόταν ο έκτος τελικός του ΝΒΑ, εγώ ήμουνα στον Πλαταμώνα δίχως τηλεόραση και χωρίς κομπιούτερ. Θα μπορούσα να ζητήσω κάποια πονηρή σύνδεση μέσω κινητού από κάναν χακερά φίλο μου, αλλά να σας πω την αλήθεια δεν είχα τα άντερα να το δω το ματς. Όλο πήγαινε ο νους μου ότι θα το ξαναχτύπαγε το γόνυ ο Γιάννης, όλο έκλανα ότι θα βάραγε εξαφανιζόλ ο Μίντλετον, όλο φοβόμουνα ότι ο κόουτς Μπαντ θα πάθαινε ένα από τα συνηθισμένα του μπλακ άουτ και θα τον ρεζίλευε ο Μόντι Γουίλιαμς, έτρεμε το φυλλοκάρδι μου τι να σας πω…
Τελικά έπεσα για ύπνο, όλη νύχτα έβλεπα εφιάλτες, εκείνη που κοιμάται πλάι μου διαμαρτυρόταν «τι έχεις πια και γυρνάς σαν τον διάολο;», κατά τις πέντε το πρωί ονειρεύτηκα ότι έκανε λάθος στην τελευταία επίθεση ο Αντετοκούνμπο και το κέρδισαν οι Σανς το ματσάκι με ένα πόντο από τρίποντο του Κρις Πολ, ένα χάλι μαύρο. Και ξυπνάω και βλέπω τους Μπακς πρωταθλητές και δεν το πίστευα. Η καρδιά μου χτύπαγε, ζαλιζόμουνα, τα πόδια μου κοπήκανε. Πώς είχε κερδίσει η Ελλάδα το ’87 το ευρωπαϊκό και τρέχαμε στην Ομόνοια σαν τα παλαβά να το γιορτάσουμε; Ένα τέτοιο πράγμα, αυτή η χαρά που δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Σα να σε βάρεσε ένα ρεύμα, αλλά όχι το ηλεκτρικό που σκοτώνει, σα να σε άγγιξε το χέρι του Θεού για μια στιγμή…
Τέλος πάντων, από τότε πέρασαν μέρες, πανηγυρίσαμε όλοι και όλες (πλην Λακεδαιμονίων…), γράφτηκε η ιστορία στο τεφτέρι. Από την πλευρά μου, δυο ιστοριούλες έχω να καταθέσω, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
Η πρώτη αφορά στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα όταν η ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης μου, ο πανίσχυρος τότε ΑΟΤρίκαλα αποφάσισε να ενισχυθεί με έναν ξένο ποδοσφαιριστή. Κι έφερε τον μαυρούκο Τσάρλυ, που κανείς δεν ήξερε από πού κράταγε η σκούφια του αλλά ήταν μπαλαδόρος ολκής. Θαύματα έκανε μέσα στο γήπεδο, μαγικά σου λέω, πράγματα πρωτοφανέρωτα.
Καμαρωτή λοιπόν η διοίκηση τον έβγαλε βόλτα στην πόλη και τον γύρναγε σε μαγαζιά και συλλόγους για να τον γνωρίσει στα επιφανή μέλη της τοπικής κοινωνίας. Μπορεί να ήταν και η πρώτη φορά σε δεκαετίες που βλέπανε έγχρωμο στα Τρίκαλα. Οπότε πέρασαν και απ’ το κατάστημα που είχε ο πατέρας του φίλου μου του Γιάννη, ούτε πέντε χρονών ο Γιάννης τότε. Χαιρέτησε ο Τσάρλυ τους πάντες με πλατύ χαμόγελο, είδε και τον Γιάννη σε μια γωνία, πήγε και του έσφιξε το χέρι. Κι ο Γιάννης έβαλε τα κλάματα! Γιατί νόμιζε ο δόλιος ότι ξέβαφε το χέρι του μπαλαδόρου και θα βαφόταν μαύρη και η δικιά του η παλάμη…
Η άλλη ιστοριούλα αφορά στον καλαθοσφαιριστή Ράντυ Μπρόϊερ, έναν γόμαρο ύψους δύο μέτρων και είκοσι εκατοστών, που τον επέλεξαν οι Μιλγουόκι Μπακς στο ντραφτ του 1983. Στη θέση νούμερο δεκαοκτώ, ενώ τον Γιάννη Αντετοκούνμπο τον επέλεξαν στη θέση νούμερο δεκαπέντε τριάντα χρόνια αργότερα. Πρώτη δήλωση Μπρόϊερ, με το που έμαθε την είδηση; Το είχα διαβάσει τότε στην εφημερίδα USA Today και μου έκανε μεγάλη εντύπωση:
«Είμαι Γερμανός και πίνω μπύρα»!
Μπας και ψήσει το κοινό του Γουισκόνσιν, μιας περιοχής περίφημης για την παραγωγή ζύθου και περιβόητης για τα ρατσιστικά αισθήματά της…
Από τη χώρα του Τσάρλυ ξεκίνησε ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και στη χώρα του Μπρόϊερ κατέληξε. Από το υπόγειο των Σεπολίων στην κορυφή του κόσμου. Χαρίζοντας χαμόγελα και βουλώνοντας στόματα. Γίγαντας σαν Νιγηριανός και ωραίος σαν Έλληνας!
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr