Δημοσίευση:

Γραφείο Προϋπολογισμού Βουλής για παροχές της προηγούμενης κυβέρνησης: Υστέρηση 2,1 δισ. ευρώ στο πλεόνασμα (πίνακες)

Ωστόσο, όπως εκτιμά, ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ είναι υλοποιήσιμος υπό όρους

Δημοσίευση:
αρθρο-newpost

Ωστόσο, όπως εκτιμά, ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ είναι υλοποιήσιμος υπό όρους

Κριτική στις παροχές που νομοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση ασκεί το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην έκθεσή, του σημειώνοντας πως αναμένει υστέρηση 2,1 δισ. ευρώ στο πρωτογενές πλεόνασμα σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, όπως εκτιμά, ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ είναι υλοποιήσιμος υπό όρους.

«Εκτιμούμε ότι το πρωτογενές αποτέλεσμα του πρώτου εξαμήνου έχει επιδεινωθεί κατά 2,1 δισ. σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Ένα μέρος της υστέρησης οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες όπως τα μειωμένα έσοδα και οι αυξημένες δαπάνες από το ΠΔΕ και το μειωμένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος», τονίζεται στην έκθεση για το β’ τρίμηνο του 2019 και προστίθεται:

«Σημαντικό μέρος, ωστόσο, οφείλεται στα επεκτατικά μέτρα που νομοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση και αναμένεται να διευρυνθεί από την επιπρόσθετη μείωση του ΕΝΦΙΑ (205 εκατ. ευρώ) που νομοθέτησε η σημερινή κυβέρνηση. Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερα υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2018 και τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, εκτιμούμε ότι ο στόχος του 3,5% για το 2019 παραμένει εφικτός, ωστόσο, έχουν αυξηθεί οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι».

Εύθραυστη η ανάκαμψη

Όπως τονίζεται, η Ελλάδα εξήλθε από μια μακροχρόνια ύφεση και η ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2017 μπορεί να απειληθεί από την επιβράδυνση που υπάρχει στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. «Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ γίνεται περισσότερο επεκτατική, ωστόσο, η χώρα μας δεν επωφελείται επαρκώς από τις ευνοϊκές επιδράσεις της νομισματικής χαλάρωσης. Στο προσεχές διάστημα, θα πρέπει να προωθηθούν οι απαραίτητες ενέργειες που θα διασφαλίσουν την αναβάθμιση των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα ώστε να γίνουν επιλέξιμα για συμμετοχή σε ένα νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού για το σύνολο της οικονομίας και θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις στη βιωσιμότητα του χρέους και στους ρυθμούς ανάπτυξης».

«Ναι στη μείωση των πλεονασμάτων»

Σύμφωνα με την έκθεση, η μείωση των δημοσιονομικών στόχων αποτελεί εύλογο αίτημα από την πλευρά και δηλωμένη πρόθεση σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων.

«Ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα μπορούσε να επιτρέψει τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, υποστηρίζοντας τελικά τους ρυθμούς μεγέθυνσης. Η δημοσιονομική πολιτική έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα και κάθε κυβέρνηση τη διαχειρίζεται ανάλογα με τις πολιτικές της προτεραιότητες, για αυτό και η κατανομή του δημοσιονομικού χώρου αποτελεί ζήτημα πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό στη δημοκρατία, προϋποθέτει όμως σεβασμό στα δημοσιονομικά περιθώρια προκειμένου να μην τεθεί σε αμφισβήτηση η αξιοπιστία της χώρας», σημειώνεται χαρακτηριστικά.

Ρευστότητα

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι ο συνολικός δανεισμός του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) από τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα συνεχίζει την καθοδική του πορεία. Αλλά και ο πληθωρισμός (ετήσια ποσοστιαία μεταβολή του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) ανήλθε στο 0,2% τον Ιούνιο του 2019, μειωμένος σε σχέση με τον Ιούνιο του 2018 (1,0%), αλλά και σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα (0,6%), ενώ ο «πυρήνας» του πληθωρισμού (δεν περιλαμβάνει την ενέργεια και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα), παραμένει ιδιαίτερα χαμηλός, στο 0,3%. «Η κάμψη αυτή του πληθωρισμού δείχνει πιθανή επιβράδυνση στη δυναμικότητα της ελληνικής οικονομίας» αναφέρεται. Στην Ευρωζώνη τόσο ο εναρμονισμένος δείκτης όσο και ο «πυρήνας» ήταν στο 1,3% τον Ιούνιο.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει οριακή επιδείνωση κατά 124 εκατ. ευρώ, ενώ το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα μειώνεται αλλά με αργό ρυθμό.

Για τις ελληνικές τράπεζες αναφέρεται ότι σημείωσαν πρόοδο στη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ), τα οποία διαμορφώθηκαν στο τέλος Μαρτίου 2019 σε 80 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 1,9 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2018 και κατά περίπου 27,3 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016. Ωστόσο, ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο (45,1%) λόγω της μείωσης και του αριθμού των δανείων.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr