Η Βραζιλία γυρνάει την πλάτη της στη Δημοκρατία
Ο ακροδεξιός Ζαΐχ Μπολσονάρου νίκησε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της χώρας
Ο ακροδεξιός Ζαΐχ Μπολσονάρου νίκησε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της χώρας
Ο Ζαΐχ Μπολσονάρου, πρώην αρχηγός στρατού, επικράτησε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών της Βραζιλίας την Κυριακή. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, αφού υπόσχεται ότι θα καθαρίσει το έθνος από κάθε… διαφθορά και αναφέρεται στην στρατιωτική δικτατορία του 1964-1985 ωε μία περίοδο δόξας για τη Βραζιλία.
Επίσης, μιλάει συχνά για το θάνατο ανθρώπων, είτε αυτοί είναι εγκληματίες, είτε πολιτικοί του αντίπαλοι, είτε διοργανωτές gay εκδηλώσεων. Από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη Βραζιλία, δεν υπήρξε άλλος πολιτικός που να διατυπώνει τέτοιες θέσεις. Ωστόσο, αυτό φαίνεται να αποδίδει για την υποψηφιότητα σε Μπολσονάρου, αφού ούτως ή άλλως απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που βιώνει μία αέναη κρίση, οικονομική και πολιτική, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η δολοφονία περισσότων από 60.000 ανθρώπων πέρυσι.
Ο Μπολσονάρου χρειάζεται, βεβαίως, να κερδίσει τον δεύτερο γύρο εκλογών στις 28 Οκτωβρίου, ενώ με το 46% των ψήφων στον πρώτο γύρο, παραλίγο να επιτύχει την απευθείας εκλογή του κάτι που έχει να συμβεί 20 χρόνια. Το Σοσιαλιστικό Φιλελεύθερο Κόμμα του, που είχε προηγουμένως 8 έδρες στο Κογκρέσο, τώρα θα έχει 52 και έρχεται έτσι δεύτερο μετά το αριστερό Κόμμα Εργαζομένων. Στο Σάο Πάολο, ο γιός του, Εντουάρντου, κέρδισε τη βουλευτική θέση με τις περισσότερες ψήφους στην ιστορία της Βραζιλίας.
Ο Μπολσονάρου φαίνεται να ανήκει στο ίδιο αντισυμβατικό κύμα που έφερε στον κόσμο τον Τραμπ και το Brexit. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, ωστόσο, η βραζιλιάνικη Δημοκρατία είναι «νέα» και οι θεσμοί πολύ αδύναμοι. Οι άνθρωποι που κλήθηκαν να ψηφίσουν στην Βραζιλία δεν φαίνεται να ανησυχούν για το μέλλον της δημοκρατίας της χώρας τους και για το πώς θα επηρεαστεί από το αποτέλεσμα των εκλογών. Αντίθετα, κατέκριναν τις παροχές πρόνοιας στους εγκληματίες, την ενημέρωση των παιδιών για τη ΛΟΑΤ κοινότητα και την διαφθορά των πολιτικών. Ένας ντόπιος δήλωσε: «Ίσως εδώ που φτάσαμε, ένας τύπος με τρελές ιδέες να βοηθήσει. Έτσι κι αλλιώς, τι χειρότερο μπορεί να συμβεί;»
Οι πολίτες χαμηλού οικονομικού αλλά και εκπαιδευτικού επιπέδου δεν είναι, όμως, οι μόνοι υποστηρικτές του Μπολσονάρου. Στο πλευρό του τάχθηκαν, στην πορεία, και αρκετά εξέχοντα μέλη της οικονομικής ελίτ, ειδικά από τη στιγμή που προσέλαβε έναν νεοφιλελεύθερο οικονομολόγο, απόφοιτο τη Σχολής του Σικάγο, ως σύμβουλο και άρχισε να υπόσχεται τον περιορισμό των κοινωνικών επιδομάτων και την ελαστικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας.
Τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης επίσης συνέβαλαν σημαντικά στην απογείωση του Μπολσονάρου. Εννέα στους δέκα Βραζιλιάνους σήμερα χρησιμοποιούν WhatsApp, ένα δίκτυο στο οποίο κυριαρχούν οι φιλικοί προς τον υποψήφιοι λογαριασμοί και, προφανώς, η υπέρ του προπαγάνδα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο Μπολσονάρου, αν και βουλευτές από το 1991, δεν συνδέει την πορεία του με κάποια νομοθετική παρέμβαση ή πρωτοβουλία. Αντιθέτως, επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μαχητικός υπερασπιστής μίας κουλτούρας ζωής που «απειλείται». Έλεγε πράγματα όπως ότι θα προτιμούσε το παιδί του να ήταν νεκρό παρά ομοφυλόφιλο και είπε σε μια γερουσιαστή ότι «δεν θα σε βίαζα γιατί δεν το αξίζεις». Αν σκεφτεί κανείς ότι το 30% του πληθυσμού είναι ευαγγελιστές, δεν είναι περίεργο που οι οικογενειακές αξίες, που υποτίθεται πρεσβεύει ο Μπολσονάρου, έχουν μεγάλη απήχηση.
Όμως, δεν ευθύνεται μόνο ο Μπολσονάρου για την επιτυχία του. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο προκάτοχός του, πρώην Πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα. Παρά το γεγονός ότι έχει θερμούς υποστηρικτές καθώς έσωσε 30 εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια, είναι η δική του επιλογή για τη διαδοχή, η Ντίλμα Ρούσεφ, που οδήγησε τη Βραζιλία στη σημερινή κρίση. Ο Λούλα βρίσκεται στη φυλακή αντιμέτωπος με κατηγορίες διαφθοράς ενώ του απαγορεύτηκε να είναι υποψήφιος για την Προεδρία. Έτσι, όρισε ως διάδοχό του στο κεντροαριστερό Κόμμα Εργαζομένων και υποψήφιο τον Φερνάντο Χαντάντ.
Ο Χαντνάντ, στην ομιλία του την Κυριακή, έκανε λόγο για την ένωση όλων εκείνων που πιστεύουν στη δημοκρατία και φυσικά δεν παρέλειψε να επαινέσει τον Λούλα, παρά τα όσα αποκαλύφθηκαν γι’ αυτόν και τον οδήγησαν στη φυλακή. Το Κόμμα Εργαζομένων έχει ήδη κυκλοφορήσει διαφημιστικά που συγκρίνουν τον Μπολσονάρου με τον Χίτλερ, αλλά παρόλα αυτά, η στήριξη που λαμβάνει όλο και μεγαλώνει.
Το ερώτημα όμως είναι ένα: τι θα επικρατήσει; Το μίσος για το Κόμμα Εργαζομένων του Λούλα ή ο φόβος προς τον Μπολσονάρου;
Πηγή: The Atlantic
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr