Η καταδίκη Μάναφορτ, οι παρεμβάσεις του Τραμπ και η μονόφθαλμη Δικαιοσύνη στις ΗΠΑ
Τα εγκλήματα των σύμβουλων του Τραμπ δεν αποτελούν έκπληξη. Έκπληξη είναι ότι υπάρχει ενδεχόμενο να πληρώσουν για αυτά.
Τα εγκλήματα των σύμβουλων του Τραμπ δεν αποτελούν έκπληξη. Έκπληξη είναι ότι υπάρχει ενδεχόμενο να πληρώσουν για αυτά.
Οι πρόσφατες καταδίκες προσωπικοτήτων υψηλού προφίλ με τις οποίες συνδέεται ο Ντόναλντ Τραμπ, μας υπενθυμίζουν ότι λίγοι είναι εκείνοι που πληρώνουν το τίμημα της διαφθοράς του συστήματος στην Αμερική.
Η απόφαση καταδίκης την Τρίτη του Πολ Μάναφορτ, του πρώην διευθυντή της προεκλογικής καμπάνιας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, και η συμφωνία συμβιβασμού που σύναψε ο πρώην δικηγόρος του Τραμπ, Μάικλ Κόεν, αποκλίνουν έντονα από την ιστορική νόρμα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσωπικότητες με τον πλούτο, την κοινωνική θέση και τις πολιτικές συνδέσεις του Κόεν και του Μάναφορτ σπάνια καταδικάζονται για οτιδήποτε.
Όπως και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, ο εκκωφαντικός, απεριόριστος εγωκεντρισμός του Τραμπ και η παραισθησιακή του σχέση με τα γεγονότα έφεραν στα φυσικά του όρια ένα παράλογο αμερικάνικο σύστημα που τόσο συχνά έχει ενισχύσει τους λίγους σε βάρος τόσων πολλών. Ο Μάναφορτ και ο Κόεν κατά πάσα πιθανότητα πίστευαν ότι δε θα βρίσκονταν ποτέ ενώπιον της δικαιοσύνης για τα εγκλήματά τους, δεδομένου ότι το αμερικανικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης ασκεί τόσο σπάνια διώξεις σε τέτοια άτομα.
Κι όμως, το απόγευμα της Τρίτης, ο πρώην διευθυντής της καμπάνιας του προέδρου καταδικάστηκε για φορολογική και τραπεζική απάτη, ενώ ο πρώην δικηγόρος του αποκάλυψε ότι ο Τραμπ τον προέτρεψε να παραβιάσει τη νομοθεσία περί χρηματοδότησης προεκλογικής καμπάνιας, προκειμένου να εξαγοράσει την σιωπή γυναικών με τις οποίες ο Τραμπ διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις.
Το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης επανειλημμένα επιβραβεύει τη διαφθορά των πλουσίων και πολιτικά δικτυωμένων. To Ανώτατο Δικαστήριο υπό την ηγεσία του Ρόμπερτς έχει σχεδόν νομιμοποιήσει τις πολιτικές δωροδοκίες, ωφελώντας τους διεφθαρμένους όλων των πολιτικών πεποιθήσεων.
Αυτό που κατάφερε ο Τραμπ, με το να υπερασπίζεται ακούραστα τους εγκληματίες συνεργάτες του και να μιλάει για πολιτικά κίνητρα και διαφθορά πίσω από τις διώξεις τους, είναι να κάνει το εννοούμενο προφανές. Στην φυλακή πάει ο απλός κόσμος. Οι πλούσιοι και δικτυωμένοι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Το γεγονός ότι οι σύμβουλοι του Τραμπ διέπραξαν εγκλήματα δεν αποτελεί έκπληξη, ούτε και το ότι ο ίδιος τους προέτρεψε να παραβούν το νόμο. Η έκπληξη είναι ότι υπάρχει το παραμικρό ενδεχόμενο να πληρώσουν για αυτό.
Ακόμα πιο σοκαριστικό είναι το μέγεθος της λίστας των ποινικά διωκόμενων συνεργατών του Τραμπ. Εκτός από τον Μάναφορτ και τον Κόεν, είναι και ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Μάικλ Φλυν, ο πρώην υφιστάμενος του Μάναφορτ Ρικ Γκέιτς και ο πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής της προεκλογικής εκστρατείας Τζορτζ Παπαδόπουλος. Είτε ο πρόεδρος είναι φαντασμαγορικά διεφθαρμένος, είτε έχει το χάρισμα να επιλέγει συμβούλους που καταφέρνουν να εξοργίζουν ένα νομικό σύστημα σχεδιασμένο να προστατεύει τέτοια άτομα.
Πριν από τη δίκη του Μάναφορτ, ο Τραμπ μόνο που δεν παρότρυνε το δικαστικό σώμα να αναιρέσει τις κατηγορίες, να αρνηθεί δηλαδή να τον καταδικάσει, ανεξαρτήτως στοιχείων, λόγω της θέσης του στην ίδια κορυφαία κοινωνική τάξη με τον πρόεδρο και της σχέσης του με αυτόν. Έκανε τα πάντα για να πείσει το δικαστήριο να μην καταδικάσει τον Μάναφορτ, όχι εξαιτίας του τι έκανε ή δεν έκανε, αλλά εξαιτίας του ποιος είναι.
Ο Κόεν δήλωσε ένοχος χωρίς να πάει σε δίκη, διακόπτοντας τους δεσμούς του με τον Τραμπ από τη στιγμή που οι ομοσπονδιακοί πράκτορες εισέβαλλαν στο γραφείο, το σπίτι και το δωμάτιο του ξενοδοχείου που διέμενε τον Μάη. Ο Τραμπ είχε τότε αποκαλέσει την εισβολή «επίθεση εναντίον της χώρας, με την πραγματική έννοια».
Η καταδίκη του Μάναφορτ αποτελεί παράβαση των άγραφων κανόνων που προστατεύουν άτομα όπως αυτόν, όπως τον Τραμπ.
Ο Μάναφορτ παραβαίνει το νόμο τακτικά. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι έχτισε την επιρροή του με εξαγορές. Οι μηχανορραφίες του δείχνουν προφανείς και θρασείς, και αυτό οφείλεται στη σιγουριά του ότι δεν θα δικάζονταν ποτέ για τίποτα, πόσο μάλλον να καταδικαστεί. Και παρά το γεγονός ότι καταδικάστηκε, το ενδεχόμενο να αφεθεί ελεύθερος, είτε με προεδρική αμνηστία είτε με επιτυχημένη έφεση σε έναν συγκαταβατικό δικαστή, είναι κάθε άλλο από απίθανο.
Η απόπειρα του Τραμπ να πείσει τους δικαστές να αναιρέσουν τις κατηγορίες κατά του Μάναφορτ είναι μόνο η τελευταία του να υπονομεύσει το κράτος δικαίου. Από την αρχή της θητείας του, έχει απολύσει το διευθυντή του FBI επειδή ερευνούσε την προεκλογική του καμπάνια και την ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016, έχει κάνει το FBI να διώξει δημόσιους υπαλλήλους που έκρινε αναξιόπιστους και έχει απαιτήσει από το Δικαστικό σύστημα να διώξει τους πολιτικούς του αντιπάλους και κριτές. Δεν υπάρχει νόμος που οι σύμμαχοι του πρέπει να σεβαστούν, ούτε ατόπημα για το οποίο οι κριτές του, πραγματικοί ή φανταστικοί, δεν πρέπει να δικαστούν και να τιμωρηθούν.
Αυτό που θέλει ο Τραμπ είναι μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση που θα ενισχύει τον ίδιο και τους συμμάχους του, θα διώκει τους πολιτικούς του αντιπάλους και κριτές και θα κάνει τα στραβά μάτια στα εγκλήματα που ο ίδιος και οι συνεργοί του διαπράττουν. Το θεσμικό κιγκλίδωμα που τον περιορίζει δεν θα είναι για πάντα εκεί. Είτε οι ψηφοφόροι θα του πάρουν την προεδρία, είτε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα γίνει ολοένα και περισσότερο μια επιχείρηση που διοικείται προς όφελος μονάχα μιας πλούσιας οικογένειας και των ευνοούμενών της.
Πολλοί έχουν περιγράψει αυτό το είδος απολυταρχισμού ως κάτι ξένο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά κάνουν λάθος. Προκάτοχος και εμπνευστής του είναι η εποχή της φυλετικής κλεπτοκρατίας του Τζιμ Κρο στο Νότο, τότε που τα κράτη ήταν στην ουσία εγκληματικές επιχειρήσεις.
Απομεινάρια της κοινωνίας αυτής υπάρχουν ακόμα, από τις μαζικές καθείρξεις μέχρι τις προκαταλήψεις σε βάρος μαύρων δικαστών και νόμους που επιτρέπουν τη χρήση βίας. Δίπλα σε αυτά, η Αμερική διατηρεί ένα σύστημα όπου οι πλούσιοι είναι σε μεγάλο βαθμό άτρωτοι όσον αφορά οικονομικά εγκλήματα. Ανίσχυροι νόμοι και κανονισμοί κάνουν τη δίωξη τους δύσκολη, ενώ συχνά ο δικαστές αποφεύγουν να κυνηγήσουν άτομα που μπορεί να τους βοηθήσουν όταν χρειαστεί. Είτε στην προεδρία είναι ο Ομπάμα, είτε ο Τραμπ, οι πλούσιοι απολαμβάνουν ένα διαφορετικό είδος δικαιοσύνης από τους υπόλοιπους.
Ακόμα και αν ο Τραμπ δεν έμπαινε ποτέ στο Λευκό Οίκο, το αμερικανικό σύστημα δικαιοσύνης, που διώκει αυστηρά κάθε παρατυπία των φτωχών, ακόμα και την πιο ασήμαντη, ενώ παραβλέπει σε μεγάλο βαθμό οικονομικά εγκλήματα, ανεξαρτήτως της βαρύτητάς τους, και πάλι θα υπήρχε. Ο Τραμπ είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα της παραδοσιακής σκληρότητας της Αμερικής απέναντι στους έγχρωμους και τους φτωχούς κάθε φυλής, δεν είναι όμως παρά ένα σύμπτωμα μιας σοβαρότερης ασθένειας.
Ο Μάναφορτ και ο Κόεν μπορεί να μπουν στη φυλακή. Αλλά η δίωξη τους δε μπορεί να δικαιολογήσει ένα δικαστικό σύστημα όπου οι πλούσιοι που διαπράττουν οικονομικά εγκλήματα είναι σίγουροι ότι θα τη γλιτώσουν. Ο Τραμπ δεν δημιούργησε αυτό το σάπιο σύστημα. Απλώς το έφερε στο φως.
Πηγή: The Atlantic
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr