Η καυτή ανάσα του «Δράκου» του Νίκου Κούνδουρου
Η δεύτερη ταινία του εκλιπόντος σκηνοθέτη εξακολουθεί να εμπνέει εξήντα ένα χρόνια από την έξοδό της στις κινηματογραφικές αίθουσες
Η δεύτερη ταινία του εκλιπόντος σκηνοθέτη εξακολουθεί να εμπνέει εξήντα ένα χρόνια από την έξοδό της στις κινηματογραφικές αίθουσες
Η δεύτερη ταινία του εκλιπόντος σκηνοθέτη εξακολουθεί να εμπνέει εξήντα ένα χρόνια από την έξοδό της στις κινηματογραφικές αίθουσες
2010. Στην αγγλόφωνη οικουμένη κάνει το ντεμπούτο του το μυθιστόρημα «Ελευθερία» του Τζόναθαν Φράνζεν (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα). Γκραν σουξέ –πολλοί έσπευσαν να το κατατάξουν ανάμεσα στα μεγάλα αμερικάνικα μυθιστορήματα. Σε αυτό ο Γουόλτερ και η Πάτι Μπέργκλαντ, το κεντρικό ζευγάρι των ηρώων της «Ελευθερίας» παρακολουθεί τον «Δράκο». Καθώς το αφήγημα του Φράνζεν ξετυλίγεται, γίνεται φανερό πως ο Γουόλτερ ταυτίζεται ολοένα και περισσότερο με τον Θωμά, τον ήρωα των Κούνδουρου/Καμπανέλη που υποδύεται με μοναδική επιδεξιότητα ο Ντίνος Ηλιόπουλος.
Και ξαφνικά, πενήντα τέσσερα χρόνια από την έξοδό της στις αθηναϊκές αίθουσες, η ταινία του Κούνδουρου γίνεται ξανά αντικείμενο συζητήσεων. Συζητήσεων και διενέξεων, μιας και στην πρεμιέρα της οι αντιδράσεις κοινού και κριτικής ήταν σχεδόν ομόφωνα καταδικαστικές για το έργο που σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σταθμούς της ελληνικής κινηματογραφίας. Ακόμα και επεισόδια σημειώθηκαν έξω από τις αίθουσες στις οποίες προβάλλονταν, ενώ ο δημιουργός της υποχρεώθηκε σε άτακτη «υποχώρηση» έναντι της κοινής γνώμης. Σε συνέντευξη που έδωσε πριν από χρόνια στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία ο Κούνδουρος θυμήθηκε για την περιπέτεια του «Δράκου»: «Ένας τολμηρός αιθουσάρχης την έβγαλε προς το τέλος της χούντας και ο εξοργισμένος κόσμος ταυτίστηκε μαζί της. Εγώ, όμως, είχα στα ενδιάμεσα γονατίσει. Δεν είχα τα κότσια να αντισταθώ και να υποστηρίξω την ταινία μου. Εγκατέλειψα αυτό το εξπρεσιονιστικό ύφος και είδος, που οι έλληνες θεατές δεν είχαν καταλάβει εξοικειωμένοι με τον αμερικάνικο κινηματογράφο. Αντί να πω “ο κόσμος έχει άδικο”, είπα “ο Κούνδουρος έκανε λάθος”».
Όμως, που βρέθηκε η σπίθα που άναψε τη φωτιά; Ο Γουόλτερ, ο ήρωας του Φράνζεν, εκφράζει την άποψη πως ο «Δράκος» συμβολίζει τον «βίαιο αγώνα κατά της καταστολής της Δεξιάς» και των ΗΠΑ στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Γι’ αυτό και αποσιωπήθηκε για μεγάλο διάστημα από την «επίσημη» ιστορία. Μια λιγότερο ιδεολογικά άκαμπτη άποψη θα ήταν ότι η ταινία, «ένα σκοτεινό, σατιρικό νουάρ αριστούργημα» όπως έγραψε ο κριτικός κινηματογράφου Πίτερ Μπράντσο στον Guardian, βρίσκονταν σε αντιδιαστολή με το κοινό γούστο της εποχής που ήταν προσανατολισμένο σε άλλα πιο εύπεπτα θεάματα. Η ιστορία που «έπλεξε» ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και σκηνοθέτησε ο Νίκος Κούνδουρος αντικατόπτριζε την ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας με τρόπο που ενέπνεε ανησυχίες στους «νοικοκυραίους» της εποχής.
Ποιος ήταν λοιπόν ο «Δράκος»;
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τον Θωμά, έναν άχρωμο και μάλλον δειλό τραπεζικό υπάλληλο, που ετοιμάζεται να περάσει μια ακόμη μοναχική Πρωτοχρονιά. Παρά την έμφυτη ευγένειά του και την προθυμία του να εξυπηρετήσει τους πάντες και να μην προσβάλει κανέναν, η συστολή του δεν του έχει επιτρέψει να αποκτήσει πραγματικούς φίλους. Οι άνθρωποι γύρω του αντιμετωπίζουν τη στάση του με καχυποψία και αποφεύγουν τις φιλικές συναναστροφές μαζί του.
Καθώς ο Θωμάς επιστρέφει σπίτι του για να ετοιμάσει το φτωχικό γεύμα του, συνειδητοποιεί ότι η ομοιότητά του με έναν γνωστό επικηρυγμένο εγκληματία της εποχής, τον περιώνυμο Δράκο είναι εντυπωσιακή και ότι καταζητείται από την αστυνομία. Κυνηγημένος και μόνος, χωρίς κανέναν να στραφεί για βοήθεια, παίρνει τους δρόμους και καταλήγει σε ένα καμπαρέ. Εκεί θα κάνει δύο μοιραίες συναντήσεις: Την Ρούλα, την μοναδική γυναίκα που θα αγαπήσει τη ζωή του, και τα μέλη μιας συμμορίας που καταστρώνουν μια φιλόδοξη επιχείρηση κλοπής αρχαιοτήτων. Οι κακοποιοί αναγνωρίζουν στο πρόσωπο του Θωμά τον Δράκο και τον ανακηρύσσουν με συνοπτικές διαδικασίες αρχηγό τους και επικεφαλής της επιχείρησης.
Όμως, πριν καν μπει σε ενέργεια το σχέδιο, ο Θωμάς συλλαμβάνεται. Στο αστυνομικό τμήμα, η «απάτη» αποκαλύπτεται. Μπροστά στα όργανα της τάξης, ο άχρωμος υπαλληλάκος ξαναγίνεται ο εαυτός του, ασήμαντος και καθόλου επικίνδυνος, και αφήνεται ελεύθερος.
Την «απογοήτευσή» του –γιατί ο Θωμάς έχει αρχίσει να μπαίνει στο πετσί του ρόλου του κακοποιού- διαδέχεται η απόλαυση της ελευθερίας του, της περιπλάνησης στους δρόμους χωρίς φόβο και της προσδοκίας τους ανταμώματος με την «μοιραία» Ρούλα.
Η επιστροφή του Θωμά στο καμπαρέ είναι αφορμή για πανηγυρισμούς. Οι «σύντροφοί» του στην παρανομία τον υποδέχονται όλο χαρά και εκείνος δεν τους αποκαλύπτει την αληθινή ταυτότητά του. Συμμετέχει στο γλέντι και στον χορό τους ως όμοιος ανάμεσα σε όμοιους, απολαμβάνοντας την αίσθηση της νέας ταυτότητάς του, το θάρρος και τον ανδρισμό του. Όμως, η αποκάλυψη θα έρθει και όταν αυτό θα συμβεί κάποιος από την παρέα θα βγάλει μαχαίρι.
Ο δυστυχής Θωμάς θα πεθάνει λίγα μέτρα έξω από το καμπαρέ όπου πέρασε τις μοναδικές «ευτυχισμένες» στιγμές της ζωής του, μόνος, όπως μόνος έζησε.
Η ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου στον ρόλο του Θωμά που παραπαίει ανάμεσα στην αβουλία και στην ψευδαίσθηση παντοδυναμίας αντιπροσωπεύει το «χρυσό μέτρο» με το οποίο αξίζει να κρίνεται κάθε ερμηνεία από τότε.
Ο Δράκος, Ελλάδα, 1956
Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Σενάριο: Ιάκωβος Καμπανέλης
Φωτογραφία: Κώστας Θεοδωρίδης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Παίζουν: Ντίνος Ηλιόπουλος, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Γιάννης Αργύρης, Θανάσης Βέγγος, Μαρίκα Λεκάκη, Ανέστης Βλάχος, Φρίξος Νάσου
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr

