Η ελληνική δικαιοσύνη και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί: Η Ελλάδα μεταξύ Μπελέρη, υποκλοπών, Τεμπών και κράτους δικαίου
Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης πρέπει να είναι μη διαπραγματεύσιμη αρχή. Οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση στη δικαιοσύνη απειλεί την αρχή της ισονομίας και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης
Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης πρέπει να είναι μη διαπραγματεύσιμη αρχή. Οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση στη δικαιοσύνη απειλεί την αρχή της ισονομίας και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης
Η πολιτική σφαίρα της Ελλάδας εκτοξεύθηκε σε ένα νέο επίπεδο μετά την πρόσφατη επίθεση του Άδωνι Γεωργιάδη, εναντίον της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Laura Kövesi.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η διερεύνηση της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης και η διατύπωση κατηγοριών κατά υπουργών και άλλων προσώπων σε σχέση με το έγκλημα των Τεμπών, έστω και μέσα από ζητήματα οικονομικής διαφθοράς.
Ο κ. Γεωργιάδης καταγγέλλει ότι η Ευρωπαία Εισαγγελέας, μετά τη συνέντευξη που έδωσε, η ίδια και μιλώντας για το έγκλημα στα Τέμπη, ότι «μας μπλοκάρουν από το να βρούμε την αλήθεια, διότι μας απαγορεύουν να κάνουμε έρευνα». Ωστόσο, η κύρια αντίδραση σχετίζεται από το γεγονός ότι η Ευρωπαία Εισαγγελέας επέλεξε να ασχοληθεί με την υπόθεση των Τεμπών, αγνοώντας, κατά τη γνώμη του, τις παραδοσιακές διαδικασίες της ελληνικής δικαιοσύνης και τη συνταγματική πρόβλεψη για την ευθύνη των Υπουργών. Αυτό που «καίει», όμως, είναι η συσχέτιση της διαφθοράς που εμπόδισε την ολοκλήρωση της σύμβασης «717» με την τραγωδία στα Τέμπη προσδίδοντας ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) ξεκίνησε μια διαδικασία εναντίον δεκάδων ατόμων σχετικά με τις υποθέσεις διαφθοράς και καταχρηστικής διαχείρισης που αφορούν τη σύμβαση «717», η οποία συνδέεται με το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Επιπλέον, η EPPO επέκρινε την ελληνική δικαιοσύνη για την καθυστερημένη αντίδρασή της σε αυτές τις υποθέσεις.
Η ενέργεια της EPPO να αναλάβει τη διερεύνηση των υποθέσεων διαφθοράς και καταχρηστικής διαχείρισης δεν ήταν κατά την άποψη πολλών άκαιρη ή ανεπιθύμητη. Αντίθετα, αναδεικνύει την ανάγκη για ανεξάρτητες και αποτελεσματικές διαδικασίες δικαιοσύνης, ειδικά όταν η εσωτερική δικαιοσύνη ενός κράτους δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει αδικίες και παραβάσεις.
Ωστόσο, η ερώτηση που πρέπει να θέσουμε είναι αν η ελληνική δικαιοσύνη ανταποκρίνεται αρκετά αποτελεσματικά στις προκλήσεις και στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Η αντιπαράθεση μεταξύ του κ. Γεωργιάδη και της Ευρωπαίας Εισαγγελέως αναδεικνύει τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις που υπάρχουν στο σύστημα δικαιοσύνης.
Στην περίπτωση των Τεμπών, η καθυστέρηση και η έλλειψη αποτελεσματικότητας στη διερεύνηση των περιστατικών είχε σοβαρές συνέπειες. Η απουσία επαρκούς δικαιοσύνης συχνά οδηγεί σε παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημόσιας εμπιστοσύνης. Είναι, επομένως, αναγκαίο να αναζητηθούν λύσεις που θα βελτιώσουν το σύστημα δικαιοσύνης και θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης πρέπει να είναι μη διαπραγματεύσιμη αρχή. Οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση στη δικαιοσύνη απειλεί την αρχή της ισονομίας και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης.
Επομένως, η ερώτηση για την εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη είναι δικαιολογημένη. Η αντιπαράθεση μεταξύ του κ. Γεωργιάδη και της Ευρωπαίας Εισαγγελέως αναδεικνύει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανεξαρτησία και τη διαφάνεια του δικαστικού συστήματος. Μόνον έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα δικαιοσύνης και να εξασφαλιστεί η δικαιοσύνη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια για όλους.
Η συμπεριφορά της Ελληνικής κυβέρνησης διακρίνεται σήμερα από μια παράδοξη αντίθεση όσον αφορά την αντίληψη για την παρέμβαση της Ευρώπης σε νομικά θέματα και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Κατά την διάρκεια της υπόθεσης Μπελέρη, η ελληνική κυβέρνηση επανειλημμένα αναζητούσε την ενεργό συμμετοχή της Ευρώπης στη δίκη, υποστηρίζοντας έτσι την αρχή του κράτους δικαίου. Αντίθετα, κυβερνητικά στελέχη διατυμπάνιζαν αμφισβητήσεις προς την ανεξαρτησία και την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών δικαστικών αρχών, του ευρωκοινοβουλίου αλλά και των εξεταστικών επιτροπών που ασχολήθηκαν με τις υποκλοπές, το κράτος δικαίου και τα Τέμπη.
Αυτή η αντίφαση δημιουργεί σοβαρό παράδοξο και αμφισβήτηση σχετικά με την αυθεντία της ελληνικής κυβέρνησης. Από τη μια πλευρά, η προσφυγή στην Ευρώπη για τη διασφάλιση της δικαιοσύνης μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη δέσμευσης προς το κράτος δικαίου. Από την άλλη, οι αντιφατικές δηλώσεις από μέλη της ίδιας κυβέρνησης που αμφισβητούν την αξιοπιστία των ευρωπαϊκών δικαστικών αρχών αμαυρώνουν την εικόνα της και την αξιοπιστία της κυβέρνησης.
Είναι απολύτως αναγκαίο να αντιμετωπιστεί αυτή η αντίφαση με σοβαρότητα και δράση από την κυβέρνηση. Η ανεξαρτησία και η διαφάνεια στη δικαιοσύνη είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα. Επιπλέον, η συνέπεια στην πολιτική στάση είναι εξίσου σημαντική. Οι αντιφατικές συμπεριφορές μπορούν να υπονομεύσουν την αξιοπιστία της κυβέρνησης και να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις δεσμεύσεις της προς την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και το κράτος δικαίου.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr