Η «βιώσιμη» ατζέντα του σύγχρονου ελληνικού «πολιτισμού»: Από το «θαύμα της Θεσσαλονίκης» στην ετεροπροσδιοριζόμενη αυτοαναφορικότητά
Τα ίδια τα γεγονότα αποδεικνύουν πως αυτή η βιώσιμη ατζέντα που η πολιτiστική ηγεσία ευαγγελίζεται για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό δεν είναι παρά οι πιο «αναμάρτητοι» στην αρένα των λιθοβολισμών, αυτοί που πρώτοι θα πετάξουν την πέτρα στο σώμα αυτού που ισχυρίζονται πως τόσο νοιάζονται και αγαπάνε.
Τα ίδια τα γεγονότα αποδεικνύουν πως αυτή η βιώσιμη ατζέντα που η πολιτiστική ηγεσία ευαγγελίζεται για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό δεν είναι παρά οι πιο «αναμάρτητοι» στην αρένα των λιθοβολισμών, αυτοί που πρώτοι θα πετάξουν την πέτρα στο σώμα αυτού που ισχυρίζονται πως τόσο νοιάζονται και αγαπάνε.
Για άλλη μία χρονιά μετά το ξέσπασμα της πανδημίας τον Φεβρουαρίου του 2020 τα πράγματα δεν έχουν επιστρέψει στην so called κανονικότητα σχεδόν σε καμία «πιάτσα» και προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Ακόμη κι αν η πανδημία στην αρχή της εμφανίστηκε ως ένα απρόοπτο φαινόμενο, τρία χρόνια μετά, οι απανταχού αετονύχηδες κερδοσκόποι έχουν βρει σίγουρα το modus operandi να κάνουν την παρουσία της στις ζωές μας modus vivendi, γιατί, κακά τα ψέματα, ποιος θα άφηνε μία τέτοια «ευκαιρία» να πάει χαμένη; Η πραγματικότητα άλλωστε, σαν το πιο σκληρό μέταλλο που είναι, το αποδεικνύει περίτρανα κι όποιος την υποτιμήσει απλά θα βγει -περισσότερο- χαμένος.
Όπως έχω ξαναπεί στο παρελθόν δεν υπάρχουν αυθύπαρκτες καταστάσεις. Όσοι δεν κάνουν παρέα με πουλιά, δέντρα και πέτρες γνωρίζουν πως η παρουσία του ανθρώπου είναι βασική προϋπόθεση σε κάθε μετρήσιμη -από τον άνθρωπο- κατάσταση και πως κάθε τέτοια συνθήκη εκφράζει άλλη μια πτυχή αυτού που αποκαλούμε «ανθρώπινη κατάσταση» ή αυτό που η Άρεντ περιγράφει ως «vita activa». Ακόμη και οι παγκόσμιοι φυσικοί νόμοι, η καθολικότητα και η απανταχού αποδοχή τους, αναφέρονται αποκλειστικά στον κόσμο των ανθρώπων και υπό το «ανθρώπινο μέτρο», ως ένα παγκόσμιο κοινωνικό συμβόλαιο για χάρη της κατανόησης και κατ’ επέκταση της γενικής επικοινωνίας. Συνεπώς, ειδικά σήμερα, όλα μπορούν να προσωποποιηθούν.
Μετά τα γενικόλογα ας πάμε στα δικά μας τώρα. Ελλάδα 2022. Όσοι βρέθηκαν το βράδυ της περασμένης Δευτέρας στο SNF για να παρακολουθήσουν τη συνέντευξη τύπου του Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός, έβγαλαν τα συμπεράσματα τους. Δεν εμμένω άλλο εδώ, υπάρχουν οι κάμερες όπως υπάρχουν και τα μικρόφωνα.
Θα εμμείνω όμως στα έρμα τα φεστιβάλ που ακόμη περιμένουν την ανακοίνωση των κρατικών επιχορηγήσεων. Για τους μη γνωρίζοντες, δεν εννοώ ότι περιμένουν να βάλουν χέρι στον κρατικό κορβανά -αυτό το «προνόμιο» ανήκει συνήθως στους διαχειρίζοντες- αλλά περιμένουν την βασική πηγή εσόδων για τις διοργανώσεις που κάποιοι κατεργάζονται μέχρι και 10 μήνες και οι οποίες όταν συμβαίνουν αυξάνουν τους κύκλους εργασιών στις πόλεις στις οποίες γίνονται. Απλή αριθμητική ανταποδοτικής πολιτιστικής διαχείρισης. Συνήθως οι 9 στους 10 διοργανωτές ελληνικών φεστιβάλ δεν αμείβονται και σε όποιον κάνει εντύπωση κάτι τέτοιο είναι γιατί δεν φέρει μέσα του καμία από τις ποιότητες της αρετής της προσφοράς. Και δεν αμείβονται για μια δουλειά η οποία μπορεί να τους κρατάει ξημεροβραδιασμένους για μήνες, με όλα τα άγχη και τα λοιπά συμπαρομαρτούντα που ενέχουν εγχειρήματα που μπορεί 11 μήνες να τα τρέχουν δυο και τρεις άνθρωποι αλλά τον δωδέκατο μήνα ενδεχομένως και να απασχολούν πάνω από 200 ανθρώπους, συν το άγχος της αστικής ευθύνης που καλούνται να διαχειριστούν για το πολυπληθές κοινό τους.
Δεν έχουν λοιπόν ανακοινωθεί ακόμη οι επιχορηγήσεις των φεστιβάλ και έχει φτάσει Ιούλιος και το ΥπΠοΑ κάνει λόγο για βιώσιμη πολιτιστική ατζέντα. Νομίζω έχουμε χάσει εντελώς την μπάλα και θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέρουμε. Ποια βιώσιμη πολιτιστική ατζέντα; Μιλάμε την ίδια γλώσσα κύριοι του υπουργείου; Εγώ για να χαράξω βιώσιμη ατζέντα ξεκίνησα να σχεδιάζω το 2013 για να ξεκινήσω την εφαρμογή του σχεδιασμού το 2015 με ορίζοντα 20ετίας και ανταποδοτικότητα στην 10ετία κι εσείς μου λέτε για βιώσιμη ατζέντα στον πολιτισμό με πλήρη απουσία χρονικού ορίζοντα; Που να τα πεις αυτά και ποιος να τα ακούσει.
Θα μου πείτε, και γιατί δεν κάνουν τα φεστιβάλ μια επ’ αόριστον αναβολή των πολιτιστικών τους δραστηριοτήτων μέχρι να αλλάξει αυτή η παθογενής κατάσταση; Δεν ξέρω, δεν είμαι προφήτης ούτε έχω πρόσβαση στα δημοσιονομικά κάθε φεστιβάλ και στα κίνητρα και στόχους των διοργανωτών τους. Εγώ ξέρω ότι το πρότεινα, σχεδόν κανείς δεν ήθελε να ακολουθήσει, μέχρι εκεί, μόνος μου δεν θα βγάλω το φίδι από την τρύπα και μάλιστα χωρίς γάντια. Μπορώ να κάνω βέβαια μια παιδαριώδη εικασία και να συσχετίσω την άρνηση των φεστιβάλ στον ίδιο τους τον εαυτό με την γενικότερη λανθάνουσα αυτοαναφορικότητά που επικρατεί στους περισσότερους χώρους του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Λανθάνουσα γιατί αντιφάσκει τον εαυτό της καθώς προκύπτει ετεροπροσδιοριζόμενη. Να μαζευτούμε δέκα φίλοι να κάνουμε ένα καλλιτέχνημα να το δουν άλλοι φίλοι, ενίοτε ελιτίστικο ενίοτε όχι και τόσο και να χαιρόμαστε μετά μεταξύ μας.
Νομίζω είναι περιττό να ανατρέξω στον Μπρέχτ ή στον Βιτέζ και στο περίφημο «Théâtre élitaire pour tous» το οποίο κατάφερε και εκανε πράξη με την Κομεντί Φρανσεζ στους δρόμους του Παρισιού. Όπως νομίζω είναι περιττή κάθε αναφορά σε αυτό που αποκαλώ «ελληνικό θεατρικό θαύμα» και έγινε πράξη με τον Γιάννη Αναστασάκη για όσο υπήρξε «στο τιμόνι» του ΚΘΒΕ από το 2016 μέχρι το 2019, ο οποίος όχι μόνο έβαλε σε απόλυτη τάξη τα ελλειμματικά δημοσιονομικά του θεάτρου αλλά κυρίως κατέστησε τη Θεσσαλονίκη -εκείνη την τριετία- πόλο έλξης και πολιτιστικό προορισμό όχι μόνο σε εθνικό αλλά διαβαλκανικό επίπεδο. Ακόμη πιο περιττό να αναφερθεί ότι ο κύριος Αναστασάκης έμαθε την καρατόμησή του, όταν άλλαξε η κυβέρνηση το 2019, από τα media -είναι προφανές ότι δεν μας ενδιαφέρουν τα αποτελέσματα αλλά το να επικυρώσουμε τη ρήση του Μπένιαμιν πως «ο κόσμος είναι προσωπικός», αγνοώντας ότι το αποτέλεσμα είναι σε άμεση συσχέτιση με αυτόν που το επιτυγχάνει-.
Συνεπώς, τα ίδια τα γεγονότα αποδεικνύουν πως αυτή η βιώσιμη ατζέντα που η πολιτιστική ηγεσία ευαγγελίζεται για τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό δεν είναι παρά οι πιο «αναμάρτητοι» στην αρένα των λιθοβολισμών, αυτοί που πρώτοι θα πετάξουν την πέτρα στο σώμα αυτού που ισχυρίζονται πως τόσο νοιάζονται και αγαπάνε.
Υ.Γ Κάποτε, ευτυχώς δεν το πρόλαβα παρά καθώς αποχωρούσε, μεγάλο μέρος του φιλοθεάμονος κοινού έλεγε «κουλτουριάρηδες» και το χρώμα της φωνής του καθώς πρόφερε τη λέξη είχε μιαν απέχθεια ανάκατη με κάτι το αδιόριστα υποτιμητικό. Επιτρέψτε μου να κάνω άλλη μια παιδαριώδη εκτίμηση. Μήπως αυτό συνέβαινε γιατί η μεγάλη πλειονότητα όσων παρήγαγαν κουλτούρα εκείνη την εποχή το έκαναν ως έναν τρόπο εύκολου κέρδους και κακώς εννοούμενης δόξας; Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει ομοιότητες με το σήμερα; Ας απαντήσουμε με ειλικρίνεια οι άνθρωποι του πολιτισμού για ποιους λόγους κάνουμε πολιτισμό και έπειτα ας αγκαλιάσουμε την όποια αυτοαναφορικότητά μας. Δεν θα είναι πλέον λανθάνουσα γιατί θα έχει αυτοπροσδιοριστεί. Αντίστοιχα και στις άλλες «πιάτσες».
Υ.Γ1 Όταν καρατομήθηκε ο Αναστασάκης έπρεπε -ταπεινή μου γνώμη- όλοι οι άνθρωποι του πολιτισμού να μαζευτούμε έξω από το υπουργείο στη Μπουμπουλίνας. Γιατί όλοι γνωρίζαμε τι είχε πετύχει η θητεία του στο ΚΘΒΕ. Το γιατί δεν το κάναμε είναι μια ερώτηση την οποία πιθανότατα μόνο ο κύριος Κόινερ θα μπορούσε να απαντήσει.
ολες οι ειδησεις
- Η εξεταστική του ΟΠΕΚΕΠΕ ως φάρσα
- Κλόε Καρντάσιαν: Επιβεβαίωσε ότι έχει να κάνει σεξ τέσσερα χρόνια
- Ο Τίμοθι Σαλαμέ κλείνει το μάτι στις φήμες
- Λάρνακα: Η ιστορία της κυπριακής πόλης που θα γίνει η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης
Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr