Κινδυνεύει η Συνταγματική Αναθεώρηση από διπλές εκλογές; – Οι δύο απόψεις
Το άρθρο 110 δεν μιλά για «επόμενες» Βουλές στον πληθυντικό. Μιλά για την επόμενη Βουλή και μάλιστα συνδέει τη δουλειά της με την πρώτη της σύνοδο.
Το άρθρο 110 δεν μιλά για «επόμενες» Βουλές στον πληθυντικό. Μιλά για την επόμενη Βουλή και μάλιστα συνδέει τη δουλειά της με την πρώτη της σύνοδο.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση ως διαδικασία απαιτεί την «εμπλοκή» δύο Βουλών, με συγκεκριμένα βήματα και χρονικούς κόφτες. Ένα ορατό ενδεχόμενο είναι να χρειαστούν επαναληπτικές εκλογές σε περίπτωση που από τις πρώτες κάλπες του 2027 δεν προκύψει σχηματισμός πλειοψηφίας όπως το 2023. To ερώτημα που προκύπτει είναι αν η αμέσως επόμενη Βουλή διαλυθεί πριν κλείσει την αναθεώρηση, η διαδικασία χάνει τη συνέχεια της.
Η αλυσίδα των δύο Βουλών
Στο Σύνταγμα της Ελλάδας, από το άρθρο 110 προκύπτει μια αλληλουχία.
Πρώτα η σημερινή Βουλή των Ελλήνων, ως προτείνουσα, διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης και κατονομάζει ποιες διατάξεις ανοίγουν. Αυτό γίνεται με δύο ψηφοφορίες σε απόσταση τουλάχιστον ενός μήνα.
Μετά έρχονται εκλογές. Η αμέσως επόμενη Βουλή αναλαμβάνει ως αναθεωρητική. Εκείνη αποφασίζει το περιεχόμενο των αλλαγών, με την πλειοψηφία που «κλειδώνει» από το αποτέλεσμα της προτείνουσας.
Το άρθρο 110
Το άρθρο 110 δεν μιλά για «επόμενες» Βουλές στον πληθυντικό. Μιλά για την επόμενη Βουλή και μάλιστα συνδέει τη δουλειά της με την πρώτη της σύνοδο.
Αυτό είναι το παράθυρο μέσα στο οποίο πρέπει να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση. Όσο η Βουλή υπάρχει και λειτουργεί, έχει την αρμοδιότητα. Αν διαλυθεί πριν τελειώσει, το παράθυρο κλείνει μαζί της.
Το σενάριο των επαναληπτικών εκλογών
Η προτείνουσα Βουλή ολοκληρώνει κανονικά το πρώτο σκέλος. Γίνονται εκλογές και προκύπτει νέα Βουλή. Στις διερευνητικές δεν σχηματίζεται κυβέρνηση, η χώρα οδηγείται σε δεύτερες κάλπες και η Βουλή διαλύεται.
Στο σημείο αυτό προκύπτει και η διχογνωμία.
Ορισμένοι συνταγματολόγοι υποστηρίζουν ότι μια Βουλή που συγκροτείται μετά από εκλογές αλλά διαλύεται σχεδόν άμεσα, χωρίς ουσιαστική κοινοβουλευτική λειτουργία, θα μπορούσε να ακυρώσει στην πράξη την αναθεώρηση. Το επιχείρημα στηρίζεται στη διατύπωση ότι η «επόμενη Βουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της», είναι εκείνη που αποφασίζει για τις αναθεωρητέες διατάξεις.
Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικοί παράγοντες απαντούν ότι υπάρχει δικαστική ερμηνεία που αντιμετώπισε τη λεγόμενη «Βουλή της μιας ημέρας» ως μη ισοδύναμη με «σύνοδο». Επικαλούνται σχετική κρίση του Άρειος Πάγος σε υπόθεση παραγραφής, όπου είχε τεθεί ζήτημα για το αν μια τέτοια σύντομη κοινοβουλευτική περίοδος μετρά ως «σύνοδος» για συνταγματικές προθεσμίες. Η νομολογία αυτή αφορούσε ποινικό σκέλος υπόθεσης του Γιώργος Παπακωνσταντίνου, αλλά το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι η ίδια λογική μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά και στη συζήτηση για την αναθεώρηση.
Στην πράξη, η αντιπαράθεση αυτή οδηγεί σε ένα συμπέρασμα. Όσο αυξάνεται το ενδεχόμενο διαδοχικών εκλογών, τόσο ανεβαίνει η πίεση να ξεκαθαριστεί έγκαιρα τι θεωρείται «πρώτη σύνοδος» και πόσο αντέχει η διαδικασία αν προκύψει Βουλή με ελάχιστη διάρκεια ζωής.
Γιατί θυμίζει το 1950
Η ιστορική εμπειρία της περιόδου 1950-1951 δείχνει πόσο εύκολα η συνταγματική δουλειά μπλοκάρει όταν η κοινοβουλευτική συνέχεια σπάει. Τότε, η λύση αναζητήθηκε πολιτικά, ώστε να μην χαθεί η προεργασία. Στο σημερινό πλαίσιο, ο μηχανισμός είναι πιο «δεμένος» και αφήνει μικρό περιθώριο ελιγμών όταν παρεμβάλλονται επαναληπτικές εκλογές.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr