Δημοσίευση:
Τελευταία ενημέρωση:

Κορωνοϊός και κρυολόγημα: Οι επιστημονικές διαφωνίες και οι νέες μελέτες

Μεγάλη η πιθανότητα τα εμβόλια κατά του κορωνοϊού να χρειαστούν προσαρμογές.
 

Δημοσίευση:
Τελευταία ενημέρωση:
Κορωνοϊός και κρυολόγημα: Οι επιστημονικές διαφωνίες και οι νέες μελέτες

Μεγάλη η πιθανότητα τα εμβόλια κατά του κορωνοϊού να χρειαστούν προσαρμογές.
 

Δεκάδες είναι οι μελέτες σχετικά με τον κορωνοϊό. Αρκετές αναφορές, δείχνουν ότι τα προϋπάρχοντα αντισώματα του κοινού κρυολογήματος είναι ενεργά στις λοιμώξεις με SARS-CoV-2, σύμφωνα με τον Πάτρικ Γουίλσον, Καθηγητή Παιδιατρικής και ερευνητή στο Παιδιατρικό Ινστιτούτο Γκέιλ.

Πέρυσι, από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο, ο Γουίλσον και οι συνεργάτες του, διαπίστωσαν ότι τα άτομα με σοβαρές οξείες λοιμώξεις SARS-CoV-2 είχαν σημαντικό αριθμό Β κυττάρων και αντιδρούσαν στους κορωνοϊούς του κοινού κρυολογήματος. Τα κύτταρα είχαν πολλά μεταλλαγμένα και διαφοροποιημένα γονίδια, πιθανότατα δείχνοντας ότι προϋπήρχαν της λοίμωξης των ασθενών.

«Έχοντας υπόψη αυτές τις προειδοποιήσεις, υπήρξαν επτά αναφορές που κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι τα υψηλά επίπεδα ανοσίας στους κοινούς κοροναϊούς ήταν ευεργετικά, ενώ τέσσερις ανέφεραν ότι ήταν επιζήμια και τρεις ανέφεραν ότι δεν είχε επίπτωση», έγραψε η ΜακΓκάργκιλ σε ένα email της στο επιστημονικό περιοδικό JAMA.

Στη μελέτη της, που δημοσιεύθηκε στο Cell Host & Microbe τον Ιανουάριο, η ίδια και οι συνάδελφοί της από το Σαιντ Τζουντ διερεύνησαν εάν τα διαφορετικά επίπεδα προϋπάρχουσας ανοσίας στους κορωνοϊούς του κοινού κρυολογήματος επηρέασαν την πιθανότητα μόλυνσης από τον SARS-CoV-2 ή αν οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα μετά τη μόλυνση.

«Αυτό είναι σημαντικό να το μελετήσουμε, καθώς ακόμα δεν καταλαβαίνουμε γιατί ορισμένα άτομα είναι πιο ευαίσθητα από άλλα στη μόλυνση από SARS-CoV-2», εξήγησε.

Η επίμαχη μελέτη

Οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα τουλάχιστον 1200 εργαζομένων στο νοσοκομείο, στο πλαίσιο της μελέτης «St Jude Tracking of Viral and Host Factors Associated with COVID-19 (SJTRC)». Βασικοί και κλινικοί ερευνητές στις μολυσματικές ασθένειες και την ανοσολογία στο πλαίσιο της μελέτης παρακολούθησαν πολλαπλές πτυχές της ανοσολογικής απόκρισης του SARS-CoV-2 και παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν την ευαισθησία στον COVID-19.

Για τη μελέτη, οι συμμετέχοντες έδωσαν ένα αρχικό δείγμα αίματος και υποβλήθηκαν σε εβδομαδιαίο ρινικού τεστ. Όσοι βρέθηκαν θετικοί έδωσαν επίσης δείγματα αίματος σε 2 επόμενα χρονικά σημεία. Όσοι δεν μολύνθηκαν έδωσαν δείγματα αίματος μετά τον εμβολιασμό κατά του COVID-19.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας της γρίπης H1N1 το 2009, οι ερευνητές του SJTRC έμαθαν τη σημασία της συλλογής δειγμάτων αναφοράς από άτομα προτού μολυνθούν. Με αυτή τη γνώση, σχεδίασαν τη μελέτη COVID-19 για τη συλλογή δειγμάτων αίματος πριν από τη μόλυνση ή τον εμβολιασμό. Ως εκ τούτου, οι ερευνητές μπόρεσαν να μετρήσουν τα επίπεδα αντισωμάτων από το ίδιο άτομο πριν και μετά τη μόλυνση από SARS-CoV-2, τη μεγαλύτερη μεθοδολογική διαφορά από τις περισσότερες από τις προηγούμενες μελέτες, σύμφωνα με την ΜακΓκάργκιλ.

Επίσης, μέτρησαν 3 διαφορετικούς τύπους αντισωμάτων – IgM, IgG και IgA, που προκύπτουν με αυτή τη σειρά κατά τη διάρκεια μιας μόλυνσης από έναν νέο ιό – για να λάβουν μια πιο ολοκληρωμένη ανάλυση και μελέτησαν πώς η προϋπάρχουσα ανοσία από το κοινό κρυολόγημα επηρέασε τα ποντίκια που προσβλήθηκαν με SARS-CoV. -2.

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης

Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες είχαν προηγούμενη ανοσία και στους 4 κορωνοϊούς του κοινού κρυολογήματος, αλλά τα επίπεδα αντισωμάτων διέφεραν δραματικά μεταξύ τους.

Σχεδόν κάθε συμμετέχων είχε αντισώματα IgG και στους 4 εποχικούς ιούς. Τα αντισώματα IgM ήταν τα λιγότερο διαδεδομένα.

Τα προϋπάρχοντα εποχιακά αντισώματα των άλλων ιών αυξήθηκαν μετά τη μόλυνση από τον SARS-CoV-2.

Σε αρκετούς συμμετέχοντες, τα αντισώματα IgG για έναν από τους εποχικούς βήτα κορονοϊούς αυξήθηκαν εντός 5 ημερών από τη μόλυνση.

Για περισσότερο από το 50% των ασθενών, τα αντισώματα IgA κατά των δύο εποχιακών βήτα κορωνοϊών αυξήθηκαν εντός 10 ημερών.

Ωστόσο, τα υψηλά επίπεδα στα προϋπάρχοντα αντισώματα του κοινού κρυολογήματος δεν συσχετίστηκαν με την προστασία από τη μόλυνση από SARS-CoV-2.

Αντίθετα, ψηλά επίπεδα σε αυτά τα προϋπάρχοντα αντισώματα, συσχετίστηκαν με υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων κατά του SARS-CoV-2 μετά τη μόλυνση, τα οποία με τη σειρά τους ήταν δείκτης μεγαλύτερης σοβαρότητας της νόσου. Ωστόσο, λίγοι συμμετέχοντες αρρώστησαν βαριά, γεγονός που περιόρισε την δυνατότητα να διαπιστωθεί αν τα επίπεδα αντισωμάτων του κοινού κρυολογήματος επέδρασαν σε σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Ούτε τα βασικά επίπεδα εποχιακών αντισωμάτων, ούτε η αύξησή τους μετά τον εποχιακό αντιγριπικό εμβολιασμό, συσχετίσθηκαν με τα επίπεδα των αντισωμάτων που δημιουργήθηκαν από τον εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2.

Σε ζωικό μοντέλο, η προηγούμενη ανοσοποίηση με πρωτεΐνες του κοινού κρυολογήματος εμπόδισε τα ποντίκια να παράγουν εξουδετερωτικά αντισώματα κατά του SARS-CoV-2.

«Συνδυαστικά, αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι τα προϋπάρχοντα IgA και IgG των βητακοροναϊών συσχετίζονται με υψηλότερη απόκριση αντισωμάτων στον SARS-CoV-2 μετά από μόλυνση, αλλά όχι με εμβολιασμό», έγραψαν οι ερευνητές. «Καθώς τα αυξημένα αντισώματα SARS-CoV-2 μετά τη μόλυνση συσχετίστηκαν με βαρύτερη νόσο, αυτά τα ευρήματα αυξάνουν την πιθανότητα ότι προϋπάρχοντα αντισώματα IgG και IgA για βήτα κοροναϊούς επηρεάζουν αρνητικά την ανοσολογική απόκριση στο SARS-CoV-2, η οποία έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη διάρκεια των αντιγόνων και επομένως περισσότερα αντισώματα SARS-CoV-2».

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr