Σε μια από τις πιο ριψοκίνδυνες πολιτικές παρεμβάσεις των τελευταίων μηνών, ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντιχ Μερτς άνοιξε μέτωπο με το ίδιο το εργατικό δυναμικό της χώρας. Με δηλώσεις που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, υποστήριξε ότι οι Γερμανοί «δεν εργάζονται αρκετά» και ότι οι πολλές ημέρες αναρρωτικής άδειας επιβαρύνουν την οικονομία, σε μια περίοδο όπου η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης παλεύει με χαμηλή παραγωγικότητα, έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και αυξανόμενη ανεργία.
Η τοποθέτησή του δεν ήρθε σε ουδέτερο χρόνο. Η Γερμανία βαδίζει προς μια σειρά κρίσιμων περιφερειακών εκλογών, με το συντηρητικό μπλοκ να πιέζεται από τη δημοσκοπική άνοδο της ακροδεξιάς. Παρ’ όλα αυτά, ο Μερτς επέλεξε έναν σχεδόν επιτιμητικό τόνο, ζητώντας περισσότερη εργασία και λιγότερη «άνεση».
«Δεν αρκεί η τετραήμερη εργασία»
Μιλώντας σε βιομηχανικές περιοχές της ανατολικής Γερμανίας, ο καγκελάριος ήταν σαφής: η συνολική παραγωγικότητα «δεν είναι αρκετά υψηλή». Έβαλε στο στόχαστρο τη μερική απασχόληση, υποστηρίζοντας ότι η ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, καθώς και η τετραήμερη εργασία, δεν αρκούν για να διατηρηθεί το σημερινό επίπεδο ευημερίας.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, επικρίνοντας τις αναρρωτικές άδειες των εργαζομένων, τις οποίες χαρακτήρισε υπερβολικές σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Γερμανία βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς τις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας. Ένας βασικός λόγος είναι η εκτεταμένη μερική απασχόληση, η οποία έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα – ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών.
Η πρόταση που προκάλεσε θύελλα
Οι συντηρητικοί της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) πρότειναν την κατάργηση του «νόμιμου δικαιώματος» στη μερική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, όπως φροντίδα παιδιών ή εκπαίδευση. Η αρχική διατύπωση της πρότασης – «κανένα νόμιμο δικαίωμα σε τρόπο ζωής μερικής απασχόλησης» – προκάλεσε κύμα αντιδράσεων.
Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η φράση μετατράπηκε σε χιουμοριστικά μιμίδια, με χαρακτηριστικές αναφορές στη βρετανική ταινία Monty Python and the Holy Grail, όπου ένας ακρωτηριασμένος ιππότης δηλώνει ότι «μπορεί ακόμη να πολεμήσει» – ή, στη διαδικτυακή εκδοχή, «να δουλέψει».
Η πολιτική ζημιά ήταν άμεση. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ARD-DeutschlandTrend, τα δύο τρίτα των Γερμανών διαφωνούν με την πρόταση περιορισμού της μερικής απασχόλησης. Παράλληλα, μόλις το 31% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους συντηρητικούς για τη βελτίωση της οικονομίας, ποσοστό μειωμένο κατά 6 μονάδες σε σχέση με πέρυσι.
Υπό την πίεση των αντιδράσεων, η επίμαχη φράση αφαιρέθηκε από το τελικό κείμενο που θα συζητηθεί στο συνέδριο του κόμματος.
Η Ελλάδα στο προσκήνιο
Ενδιαφέρον προκαλεί η αναφορά του Μερτς στην Ελλάδα ως παράδειγμα. Η χώρα μας βρίσκεται στην κορυφή της ΕΕ σε ώρες εργασίας, γεγονός που ο Γερμανός καγκελάριος έχει επικαλεστεί δημοσίως. Κατά την επίσκεψη του Κυριάκος Μητσοτάκης στο Βερολίνο, ο Μερτς είχε προτείνει σε όσους θεωρούν υπερβολικές τις 40 ώρες εργασίας να «ρίξουν μια ματιά στην Ελλάδα».
Η σύγκριση, ωστόσο, έχει όρια. Παρά τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ελλάδα, η παραγωγικότητα ανά ώρα παραμένει υψηλότερη στη Γερμανία. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά και ποιοτικό.
Το βαθύτερο πρόβλημα: η βιομηχανία σε πίεση
Πίσω από τη ρητορική περί «σκληρότερης δουλειάς» κρύβεται ένα βαθύτερο πρόβλημα. Η γερμανική βιομηχανία, πυλώνας της εξαγωγικής οικονομίας, αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις: ενεργειακό κόστος, διεθνή ανταγωνισμό και μετασχηματισμό της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Το ποσοστό ανεργίας ξεπέρασε πρόσφατα τα 3 εκατομμύρια, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού συνυπάρχει με απώλειες θέσεων εργασίας σε παραδοσιακούς κλάδους – μια αντίφαση που καθιστά την εξίσωση εξαιρετικά σύνθετη.
Ο Μερτς υποστηρίζει ότι έχουν ήδη ληφθεί μέτρα για την τόνωση της οικονομίας, αλλά παραδέχεται πως «δεν είναι αρκετά». Το ερώτημα είναι αν η πίεση προς τους εργαζόμενους θα αποδώσει πολιτικά ή αν θα ενισχύσει περαιτέρω τη δυσαρέσκεια.
Σε μια χώρα όπου η εργασία θεωρείται διαχρονικά ηθική αξία, η συζήτηση για το πόσο – και πώς – πρέπει να δουλεύει κανείς δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι βαθιά πολιτική. Και ενδεχομένως, εκλογικά επικίνδυνη.