Μια μπαλάντα για τη Χαρούλα και μια μυσταγωγία του καλού
Τα ωραία κείμενα που την αποθέωσαν και μια παλιά ιστορία άλλης τάξεως.
Τα ωραία κείμενα που την αποθέωσαν και μια παλιά ιστορία άλλης τάξεως.
Η Χάρις Αλεξίου επισφράγισε την λαμπρή πορεία της στο τραγούδι μ΄ένα γενναίο και ένδοξο τέλος. Προτίμησε να αποσυρθεί παρά να σέρνεται από μια φωνή που «δεν την ακούει πια»( συνέντευξη στον Φώτη Απέργη, στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ).
Δικαίως αποθεώθηκε το κορίτσι απ΄τη Θήβα, με τη σπουδαία φωνή, τα υπέροχα τραγούδια και την αξιοπρεπή ζωή της, μακριά από τους προβολείς της ακόρεστης δημοσιότητας και των δημοσίων σχέσεων. Τα ωραία κείμενα που γράφτηκαν δεν έχουν ίχνος υπερβολής. Αποτυπώνουν συγκινητικά την πραγματικότητα. Τα διάβαζες και νόμιζες πως παίζει μια μπαλάντα για τη Χαρούλα.
Τι γίνεται όμως με κάποιους ομοτέχνους της που η ζωή αλλιώς τους μίλησε και τους αναγκάζει να βρίσκονται στη νύχτα και στη δισκογραφία παρ΄ότι η φωνή τους χλώμιασε και κουράστηκε;
Ποιος θα νοιαστεί να δεί αν πρόκειται για αγώνα επιβίωσης ή έστω για την άρνηση να αποδεχθούν το τέλος; Ποιος θα γράψει γι αυτή την άνιση πάλη με το αναπόφευκτο και κυρίως: υπάρχουν κάποιοι-γραφιάδες, θαμώνες και θαυμαστές- που θα καταλάβουν και θα συμπαρασταθούν κι ας είναι σκιά του παρελθόντος η φωνή του ειδώλου τους;
Ναι, υπάρχουν. Άνθρωποι «απλοί», της πιάτσας και της λαϊκής. «Ανώνυμοι» που έχουν φάει τη ζωή με το κουτάλι, άνθρωποι που ξέρουν από βάσανα κι έμαθαν να ξεχωρίζουν τον οίκτο από την άδολη συμπάθεια και συμπαράσταση.
Ακούστε, λοιπόν, μια ιστορία όπως την παρέδωσε στη δημοσιότητα ο Θανάσης Νιάρχος, μ΄ένα παλιό, έξοχο κείμενό του στα «Νέα». Παραθέτω την ουσία, όπως την συγκράτησε η μνήμη μου:
Νύχτα σε μαγαζί της εθνικής οδού, κάτι σαν ευπρεπές σκυλάδικο. Πολλοί νεαροί τραγουδιστές, τίγκα το κέντρο, γεμάτο από φορτηγατζήδες και λογής επαγγελματίες Αντροπαρέες κατά το πλείστον.
Περνούσε ώρα κι αργούσε να εμφανιστεί το μεγάλο όνομα του μαγαζιού. Χειροκροτήματα προτρεπτικά στην αρχή και αποθεωτική υποδοχή μόλις εμφανίστηκε η φίρμα. Λαϊκή φωνή από τις κορυφαίες για πολλά χρόνια.
Κάτω, ιερή σιγή που θύμιζε εκκλησία λίγο προτού πεί ο ιερέας τα άγια των αγίων. Αρχίζει, λοιπόν, η φίρμα μ΄ένα από τα γνωστά της σουξέ, έπιασε το δεύτερο μέσα σε πυκνά χειροκροτήματα, αλλά όλοι κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά.
Η φωνή δεν έβγαινε όπως παλιά. Ηταν θαμπή και κουρασμένη. Τότε, λές και συνεννοήθηκαν με τα μάτια οι θαμώνες, άρχισαν να σηκώνονται όρθιοι, να ραίνουν με λουλούδια την τραγουδίστρια, να μπαίνουν στο χορό, να φωνάζουν τ΄όνομά της, κι όταν αποσύρθηκε για λίγο, να χειροκροτούν ξανά για να ξαναγυρίσει γρήγορα στην πίστα.
Ετσι. Για συμπαράσταση. Να την εμψυχώσουν κι ας μην είναι πια η θεά του παρελθόντος. Να της δώσουν κουράγιο. Να την στήσουν στο θρόνο της. Να νιώσει ότι δεν ξόφλησε η φήμη της κι ας μην ανταποκρίνεται όπως παλιά η φωνή της.
Κι έγιναν μια ανοιχτή τρυφερή αγκαλιά οι ζόρικες αντροπαρέες. Μια αγκαλιά που να χωράει κι εκείνη. Δεν ήταν οίκτος ούτε υποκριτική παραχώρηση για να περάσει η νύχτα. Ήταν μυσταγωγία του καλού. Πηγαία, ανιδιοτελής και ανυπόκριτη. Από ένα γνήσια λαϊκό κοίτασμα, που συνήθως το περιφρονούν οι διαβασμένοι και οι ψηλομύτες…
…Το σημερινό κείμενο γράφτηκε με την βοήθεια της Χαρούλας Αλεξίου. Δηλαδή, με «χαλί» συγκεκριμένα τραγούδια , σε στίχους και μουσική δική της, όπως :«Ο άνθρωπος του κάβου», «Έλληνας», «Το τραγούδι του χελιδονιού» (γραμμένο για την κόρη του Τάσου Ισαάκ που δολοφονήθηκε το 1996 από τους Τούρκους στην Δερύνεια) και «Η μπαλάντα της Ιφιγένειας», γραμμένο για την μητέρα της.
Ολη την ώρα η μορφή της τριγύριζε ανάμεσα στις λέξεις και θύμιζε την αναλλοίωτη ομορφιά της παρουσίας της σε συναυλίες και σε μαγαζιά, αλλά και τότε, στο Σύνταγμα, που βγήκε με κόκκινα γάντια να τραγουδήσει για τις απολυμένες καθαρίστριες…
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr