current views are: 1

22 Οκτωβρίου 2025
Δημοσίευση: 18:15'
Τελευταία ενημέρωση: 00:05'

Ο Σαββόπουλος, ο Κοεμτζής και η αφήγηση υπό την οπτική γωνία του δολοφόνου

Το 1979, στην εποχή της ρετσίνας και του αντάρτικου, ο Σαββόπουλος κέρασε τάκλιν στην καρωτίδα το εύπεπτο ελληνικό τραγούδι, γράφοντας ένα έπος 14 λεπτών για τον Νίκο Κοεμτζή.

Δημοσίευση: 18:15’
Τελευταία ενημέρωση: 00:05’
Διονύσης Σαββόπουλος

Το 1979, στην εποχή της ρετσίνας και του αντάρτικου, ο Σαββόπουλος κέρασε τάκλιν στην καρωτίδα το εύπεπτο ελληνικό τραγούδι, γράφοντας ένα έπος 14 λεπτών για τον Νίκο Κοεμτζή.

Το 1979, ο Διονύσης Σαββόπουλος, στο οριακό άλμπουμ «Ρεζέρβα», αποφασίζει να κινηθεί εκτός κάθε κανόνα. Κερνά μάθημα τόλμης και ιστοριογραφίας. Τάκλιν στην καρωτίδα του καθώς πρέπει ελληνικού τραγουδιού και γράφει ωσάν νέος Όμηρος ένα άσμα 14 λεπτών και 7.000 στροφών. Γράφει το άσμα των ασμάτων, υπό μία συγκεκριμένη οπτική γωνία: το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο».

«Λοιπόν, μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι»

Το τραγούδι-ποταμός πραγματεύεται το περιβόητο φονικό του Νίκου Κοεμτζή στη «Νεράιδα», με την εξίσου περιβόητη παραγγελιά του αδερφού του, Δημοσθένη, που κατέληξε σε μακελειό. Ζητά τις «Βεργούλες», η ορχήστρα φωνάζει, ως όφειλε, πως είναι παραγγελιά, μα δύο άνδρες σηκώθηκαν να χορέψουν, κοιτώντας απαξιωτικά τον Κοεμτζή. Η ιστορία συνιστά από μόνη της πρώτη ύλη για ένα λαϊκό χρονικό.

Όμως, ο Σαββόπουλος δεν κάνει το προφανές. Εδώ βρίσκεται το κατόρθωμά του: κατόρθωσε να παρουσιάσει την ιστορία, όχι από την απαθή οπτική γωνία του θεατή ή του ηθικολόγου, αλλά υπό την οπτική γωνία του εγκληματία/δολοφόνου. Μπαίνει στο μυαλό του, βλέπει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, νιώθει την προσβολή της τιμής και την έκρηξη του σουγιά. Δεν τον κρίνει, τον κάνει τραγικό πρόσωπο. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, συνιστά έπος.

Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τις δύσκολες εποχές της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Το να επιλέγεις να κατανοήσεις τον «δολοφόνο» αντί να τον καταδικάσεις, την εποχή που οι συνταγματάρχες έκαναν διακοπές στο κελί μα η λογοκρισία έδινε και έπαιρνε, ήταν μια πράξη τεράστιας καλλιτεχνικής και πολιτικής τόλμης. Λαογραφία, Τέχνη στα όρια της διδασκαλίας, ηθική της νύχτας, αξιοπρέπεια;

Αλήθεια, έχει άλλοθι ο μακελάρης;

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος; Ο Τύπος πάντως, τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος. Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί «παράξενο δεν ήταν». Η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν, μιαν άλλη απειλή

Τό `παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου Μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει «που να σου εξηγώ».

Περί λογοκρισίας

Σωτήριο έτος 1979 και ο Σαββόπουλος εξηγεί στους ακροατές την παρέμβαση που δέχτηκε στο τραγούδι του, από την αρμόδια «Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως».

Όπως αναφέρει ο ίδιος, οι λογοκριτές απέρριψαν συγκεκριμένους στίχους: τη λέξη «κουφός» και την καθοριστική φράση «τό δικαστήριο λειτουργοῦσε μέσα ἐκεῖ μά ἡ δικαιοσύνη ἦταν ἀπ’ ἔξω». Ο Σαββόπουλος εξηγεί ότι προτίμησε να μην αλλάξει τους στίχους με κάτι «ηπιότερον», όπως θα απαιτούσε μια «ομαλή» ακρόαση, διότι θεώρησε πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με το να αποδεχτεί και ο ίδιος τον χαρακτηρισμό τους ως «ἀκατάλληλους».

Αντ’ αυτού, κατέφυγε σε μια πράξη καλλιτεχνικής αντίστασης. Κατά τη διαδικασία του μιξάζ, οι απαγορευμένες λέξεις αντικαταστάθηκαν απλώς «μέ τόν ἦχο μαγνητοταινίας πού σβήνει». Το σημείωμα κλείνει με τη χαρακτηριστική ειρωνική του διάθεση, εκφράζοντας την ελπίδα αυτός ο ήχος του σβησίματος να είναι «ἀρκετά δυσάρεστος» όχι μόνο για τους ακροατές («γιά μᾶς») αλλά και για «τούς ὑπαίτιους», δηλαδή τους λογοκριτές.

«Αὐτό ἔλειπε νά ποῦμε κι εὐχαριστῶ», καταλήγει σκωπτικά.


Υ.Γ. «Ο Γιάννης ο Φονιάς» των Χατζιδάκι/Γκάτσου δεν περιγράφει τη σκηνή του φονικού/δράματος, άρα δεν μπορεί να ενταχθεί στην εν λόγω κατηγορία τραγουδιών. Μόνο το «Revolution Blues» του Neil Young για την περιβόητη αίρεση του Τσαρλς Μάνσον, είχε τα κοχόνες να το κάνει και μάλιστα με άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

 


TOP NEWS

uncached