Οι κρυφές μορφές σεξισμού που βλάπτουν την υγεία των γυναικών
Ο σεξισμός δεν είναι απλώς μια κοινωνική αδικία, αλλά έχει και επιβλαβείς συνέπειες για την ψυχική υγεία όσων υιοθετούν τέτοιες στάσεις
Ο σεξισμός δεν είναι απλώς μια κοινωνική αδικία, αλλά έχει και επιβλαβείς συνέπειες για την ψυχική υγεία όσων υιοθετούν τέτοιες στάσεις
Ο ανεπαίσθητος σεξισμός που διαπερνά την καθημερινή ζωή συχνά αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Όμως η έρευνα δείχνει ότι μπορεί να έχει μακροχρόνιες ψυχολογικές επιπτώσεις –ακόμη και να «λεπταίνει» περιοχές του εγκεφάλου. Αν σου έχει τύχει ποτέ να δεχτείς σεξουαλικά σχόλια στον δρόμο αργά τη νύχτα, ίσως γνωρίζεις το στρες που αυτό μπορεί να προκαλέσει. Η άμυνά σου ανεβαίνει και μπορεί να σε αφήσει να νιώθεις σωματικά ταραγμένη και ευάλωτη. Πολλές γυναίκες έχουν βιώσει τέτοιες εμπειρίες και όλες μας, κάποια στιγμή, έχουμε περπατήσει μόνες στο σκοτάδι κρατώντας τα κλειδιά μας στο χέρι. Εγώ μάλιστα γράφτηκα σε σύλλογο καράτε στο πανεπιστήμιο, σε περίπτωση που συνέβαινε το χειρότερο, και μέσα από επαναλαμβανόμενες ασκήσεις έμαθα πώς να ρίχνω αποτελεσματικά έναν αντίπαλο στο έδαφος και να χτυπώ το σωστό σημείο πίεσης για να προκαλέσω πόνο.
Όταν όμως η ανεπιθύμητη σεξουαλική προσοχή δεν είναι άμεσα απειλητική, συχνά παραβλέπεται και αγνοείται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αφήνει μακροχρόνιες ψυχολογικές επιπτώσεις. Νέα έρευνα δείχνει ότι ακόμη και οι καθημερινές πράξεις σεξισμού μπορούν να έχουν συνέπειες που διαπερνούν ολόκληρο το σώμα και τη ζωή των ανθρώπων. Το κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών έχει σημειώσει πολλές επιτυχίες τον τελευταίο αιώνα. Σε πολλές χώρες, η ίση αμοιβή είναι πλέον νομική υποχρέωση και οι διακρίσεις λόγω φύλου είναι παράνομες. Παραμένει όμως η ανησυχία ότι η ισότητα των φύλων έχει κολλήσει –ή ακόμη και ότι πηγαίνει προς τα πίσω. Το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων παραμένει επίμονο και η βία κατά των γυναικών και των κοριτσιών συνεχίζει να αυξάνεται.
Σε παγκόσμιο επίπεδο τα στοιχεία είναι ανησυχητικά: σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες λέγεται ότι έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία, ή και τα δύο. Υπάρχουν επίσης οι πιο διακριτικές μορφές σεξισμού που διαποτίζουν την καθημερινότητα, όπως η πατροναριστική ή υποτιμητική συμπεριφορά. Ή ο «καλοπροαίρετος σεξισμός» των φαινομενικά θετικών, έμφυλων κομπλιμέντων, που υπονοούν ότι οι γυναίκες είναι από τη φύση τους πιο ευγενικές ή συναισθηματικές και οι άνδρες πιο λογικοί ή κυρίαρχοι. Αυτές οι παραδοχές βασίζονται σε έμφυλα στερεότυπα που μπορούν να βλάψουν την ενδυνάμωση των γυναικών και να «ενισχύσουν την υποδεέστερη θέση τους».
Παράλληλα, στις ΗΠΑ, πληροφορίες για την υγεία των γυναικών αφαιρέθηκαν ή τροποποιήθηκαν πρόσφατα από κυβερνητικό ιστότοπο, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε στο The Lancet από την κοινωνιολόγο Patricia Homan του Florida State University και τους συνεργάτες της. «Οι πληροφορίες που προστέθηκαν ενισχύουν τον βιολογικό ουσιοκρατισμό του φύλου, παρουσιάζοντας τα γυναικεία σώματα ως αδύναμα και χρήζοντα προστασίας και τα τρανς άτομα ως απειλή», σημειώνει η περίληψη της έκθεσης.
Το περιεχόμενο που αφαιρέθηκε αφορούσε τη μητρική και αναπαραγωγική υγεία, συμπεριλαμβανομένου συνδέσμου προς τον πλέον ανενεργό ιστότοπο reproductiverights.gov, ο οποίος παρείχε πληροφορίες για πρόσβαση σε φάρμακα, αντισύλληψη, επείγουσα φροντίδα και υπηρεσίες άμβλωσης. Όλα αυτά μαζί αποτελούν παραδείγματα αυτού που αποκαλείται «δομικός σεξισμός», τον οποίο η Homan ορίζει ως τη συστηματική ανισότητα φύλου στην εξουσία και στους πόρους, ενσωματωμένη στους κοινωνικούς θεσμούς. «Πρόκειται πραγματικά για τους τρόπους με τους οποίους η εξουσία, το κύρος και οι πόροι κατανέμονται άνισα μεταξύ ανδρών και γυναικών», εξηγεί.
Μια «ουλή» στον εγκέφαλο
Οι επιπτώσεις στην υγεία των γυναικών, όπως είναι αναμενόμενο, μπορεί να είναι σοβαρές και όχι πάντα άμεσα ορατές. Μια μεγάλη μελέτη που ανέλυσε πάνω από 7.800 εγκεφαλικές απεικονίσεις σε 29 χώρες διαπίστωσε ότι οι κοινωνικές ανισότητες φύλου αλλάζουν κυριολεκτικά τον εγκέφαλο των γυναικών. Η έρευνα έδειξε ότι οι γυναίκες που ζουν σε χώρες με μεγαλύτερη ανισότητα φύλου έχουν μικρότερο πάχος φλοιού σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τον συναισθηματικό έλεγχο, την ανθεκτικότητα και διαταραχές που συνδέονται με το στρες, όπως η κατάθλιψη και η διαταραχή μετατραυματικού στρες.
Ο Nicolas Crossley, ψυχίατρος στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Χιλής, μου είπε πέρυσι –όταν ερευνούσα το βιβλίο μου Breadwinners– ότι είναι σαν η ανισότητα που βιώνουν οι γυναίκες να «αφήνει μια ουλή στον εγκέφαλό τους». Ο λόγος που ο εγκέφαλος μπορεί να αλλάξει ως αποτέλεσμα του στρες της ανισότητας οφείλεται σε μια διαδικασία που ονομάζεται πλαστικότητα – δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος προσαρμόζεται ανάλογα με όσα βιώνουμε ή μαθαίνουμε. Αν λοιπόν μια δεξιότητα προκαλεί παρατηρήσιμες αλλαγές στον εγκέφαλο, όπως εξηγεί ο Crossley, είναι λογικό ότι μια βαθιά, διά βίου εμπειρία πλοήγησης σε μια κοινωνία που σε υποτιμά θα έχει μόνιμες επιπτώσεις, αφού το χρόνιο στρες αναστέλλει τη φυσική ικανότητα του εγκεφάλου να προσαρμόζεται.
Καθοριστικό είναι ότι αυτές οι διαφορές στον εγκέφαλο ήταν μικρότερες σε χώρες με μεγαλύτερη ισότητα φύλων και δεν παρατηρήθηκαν στον ίδιο βαθμό στους άνδρες, αν και και οι άνδρες εμφάνισαν περισσότερες εγκεφαλικές αλλαγές στις πιο άνισες χώρες. «Άρα, αν βελτιώσεις την ισότητα των φύλων, βελτιώνεις την υγεία των γυναικών και αυτό κοστίζει λιγότερο σε όλους», λέει ο Crossley. Οι επιπτώσεις της έμφυλης διάκρισης στην ψυχική υγεία έχουν καταγραφεί και σε άλλες έρευνες. Μια μελέτη στο Ηνωμένο Βασίλειο διαπίστωσε ότι γυναίκες που είχαν βιώσει διακρίσεις λόγω φύλου είχαν χειρότερη ψυχική υγεία τέσσερα χρόνια αργότερα. Στη μελέτη, που περιελάμβανε σχεδόν 3.000 γυναίκες, μία στις πέντε ανέφερε εμπειρίες σεξισμού –από το να νιώθει ανασφάλεια σε δημόσιους χώρους έως το να δέχεται προσβολές ή σωματική επίθεση. Αυτές οι γυναίκες είχαν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ψυχολογική δυσφορία και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή.
«Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε στρεσογόνες εμπειρίες με την πάροδο του χρόνου μπορεί να οδηγήσει σε φθορά του σώματος και αυτές οι επιβλαβείς βιολογικές αλλαγές μπορούν στη συνέχεια να συνδεθούν με κακή ψυχική ευεξία», λέει η Ruth Hackett, ψυχολόγος υγείας στο King’s College London και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, επιβεβαιώνοντας τις παρατηρήσεις του Crossley. «Αυτό απλώς εξαντλεί τους ανθρώπους». Λίγα χρόνια αργότερα, η Hackett ηγήθηκε έρευνας παρακολούθησης που βρήκε παρόμοια αποτελέσματα σε γυναίκες άνω των 52 ετών. Όσες ανέφεραν διακρίσεις λόγω φύλου, όπως παρενόχληση ή λιγότερο σεβασμό, παρουσίασαν επιδείνωση της ψυχικής τους υγείας έξι χρόνια αργότερα, καθώς και μεγαλύτερη μοναξιά και χαμηλότερη ικανοποίηση και ποιότητα ζωής. Συνολικά, αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η έμφυλη διάκριση προκαλεί μακροχρόνια βλάβη.
Αντίθετα, ξεχωριστές μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες που ζουν σε κοινωνίες με μεγαλύτερη ισότητα φύλων έχουν χαμηλότερα ποσοστά κατάθλιψης, όπως και οι γυναίκες που βρίσκονται σε πιο ισότιμες σχέσεις. Πέρα από τις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, υπάρχει και το ευρύτερο ζήτημα της άνισης ιατρικής αντιμετώπισης στην υγεία των γυναικών.
Έχει τεκμηριωθεί εκτενώς στην επιστημονική βιβλιογραφία ότι τα σωματικά προβλήματα υγείας των γυναικών λαμβάνονται λιγότερο σοβαρά σε ιατρικά περιβάλλοντα. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες στα τμήματα επειγόντων περιστατικών είναι λιγότερο πιθανό να λάβουν οπιοειδή παυσίπονα από ό,τι οι άνδρες. Επίσης, είναι λιγότερο πιθανό να τους συνταγογραφηθούν άλλα παυσίπονα, ακόμη και όταν τα συμπτώματα πόνου είναι τα ίδια, σύμφωνα με μελέτη του 2024. Οι συγγραφείς της μελέτης αναφέρουν: «Η εργασία μας αποκαλύπτει μια συστηματική, σχετιζόμενη με το φύλο ανισότητα στη διαχείριση του πόνου: μια γυναίκα ασθενής που εξέρχεται από τα επείγοντα έχει σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να λάβει θεραπεία για παράπονα πόνου σε σύγκριση με έναν άνδρα ασθενή».

Ο φαύλος κύκλος της βλάβης του δομικού σεξισμού
Υπάρχουν πολλοί αλληλένδετοι λόγοι για τους οποίους ο δομικός σεξισμός είναι τόσο επιβλαβής. Η Patricia Homan εξηγεί ότι περιορίζει την πρόσβαση των γυναικών σε βασικούς πόρους που προάγουν την ευημερία, όπως η δίκαιη αμοιβή και η αυτονομία. Μπορεί επίσης να αυξήσει την έκθεσή τους σε επιβλαβείς εμπειρίες, όπως η ενδοοικογενειακή βία, τα μη ασφαλή εργασιακά περιβάλλοντα και το χρόνιο στρες. Υπάρχουν όμως και μειονεκτήματα για τους άνδρες. Επιφανειακά μπορεί να επωφελούνται από υψηλότερους μισθούς και λιγότερη οικιακή εργασία, αλλά, όπως εξηγεί η Homan, ο δομικός σεξισμός μπορεί να καλλιεργεί επιβλαβείς νόρμες ανδρισμού που ενθαρρύνουν την ανάληψη ρίσκου, τη βία, την κατάχρηση ουσιών και την αποφυγή αναζήτησης φροντίδας υγείας.
Στις προσωπικές σχέσεις, η συμμόρφωση με παραδοσιακές ανδρικές νόρμες έχει αρνητικές συνέπειες και για τους άνδρες. Μια μεγάλη μετα-ανάλυση με πάνω από 19.000 συμμετέχοντες διαπίστωσε ότι οι άνδρες που υιοθετούν χαρακτηριστικά όπως η κυριαρχία πάνω στις γυναίκες, η εμμονή με το κύρος και η σεξουαλική ασυδοσία είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν προβλήματα ψυχικής υγείας. Όπως το θέτουν οι συγγραφείς: «Ο σεξισμός δεν είναι απλώς μια κοινωνική αδικία, αλλά έχει και επιβλαβείς συνέπειες για την ψυχική υγεία όσων υιοθετούν τέτοιες στάσεις».
Με άλλα λόγια, όταν οι άνδρες εσωτερικεύουν άκαμπτους έμφυλους ρόλους, αυτό μπορεί να επηρεάσει την υγεία τους μακροπρόθεσμα. Το ίδιο σύστημα που τους παρέχει προνόμια μπορεί να τους κάνει να αισθάνονται ότι πρέπει να ανταποκριθούν σε μια μη ρεαλιστική εκδοχή ανδρισμού· και όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, μπορεί να συμβάλει σε χειρότερη ψυχική υγεία. Επιπλέον, όταν οι άνδρες αισθάνονται αποδυναμωμένοι, αυτό μπορεί με τη σειρά του να επηρεάσει αρνητικά τις γυναίκες. Η επιθυμία για εξουσία και κύρος, που συχνά αναμένεται από τους άνδρες, έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί άμεσα σε περισσότερη σεξουαλική παρενόχληση. Μια σειρά πειραμάτων έδειξε ότι άνδρες με ιστορικό αίσθησης ανημπόριας ήταν πιο πιθανό να επιδοθούν σε σεξουαλικά παρενοχλητικές συμπεριφορές όταν τους δινόταν προσωρινή εξουσία πάνω σε άλλους.
Πώς μπορεί να ενθαρρυνθεί η αλλαγή
Όσον αφορά τις λύσεις, υπάρχουν τόσο προσωπικές όσο και κοινωνικές αλλαγές που μπορούμε όλοι να κάνουμε. Οι κηδεμόνες νέων ανθρώπων μπορούν να μιλούν από νωρίς στις επόμενες γενιές για την κατάλληλη συμπεριφορά και να είναι προσεκτικοί με τα έμφυλα στερεότυπα και τις σεξιστικές παραδοχές – ειδικά δεδομένου ότι τα στερεότυπα μπορεί να αρχίσουν να επιβάλλονται ήδη από την ηλικία των τριών μηνών. Οι γονείς μπορούν επίσης να είναι πιο συνειδητοί στο να αμφισβητούν σεξιστικές παραδοχές στο σπίτι. Ιδίως επειδή, όταν οι άνδρες δείχνουν εχθρότητα προς τις γυναίκες –αυτό που έχει ονομαστεί «εχθρικός ανδρισμός»– έχει συνδεθεί με αυξημένα περιστατικά βίας κατά των γυναικών.
Σε κοινωνικό επίπεδο, πολιτικές παρεμβάσεις μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτών των ανισορροπιών, όπως η παροχή αμειβόμενης γονικής άδειας για όλους τους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες. Αυτό έχει εφαρμοστεί με επιτυχία σε αρκετές σκανδιναβικές χώρες, όπου η πολιτική «χρησιμοποίησέ την ή χάσ’ την» έχει αυξήσει τον αριθμό των ανδρών που λαμβάνουν γονική άδεια. Αυτό με τη σειρά του ομαλοποιεί και αναβαθμίζει τη φροντίδα, και με περισσότερη στήριξη στο σπίτι βοηθά τις γυναίκες να παραμένουν πιο συνδεδεμένες με την αγορά εργασίας, περιορίζοντας την οικονομική ζημιά. Όταν οι άνδρες αναλαμβάνουν περισσότερη φροντίδα στο σπίτι, η ίδια η έννοια του ανδρισμού μπορεί να αλλάξει και να εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, σε μια εκδοχή που περιλαμβάνει τη φροντίδα και στηρίζει καλύτερα τις γυναίκες – μια αντίληψη που έχει ονομαστεί «φροντιστικοί ανδρισμοί».
Όταν οι γυναίκες ενδυναμώνονται, ωφελείται ολόκληρη η κοινωνία, εξηγεί η Homan, καθώς οι γυναίκες σε θέσεις εξουσίας τείνουν να επενδύουν περισσότερο στην υγειονομική περίθαλψη, τη δημόσια υγεία, την εκπαίδευση, την πρόνοια και τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλειας που μπορούν να βελτιώσουν την υγεία του γενικού πληθυσμού. «Αντίθετα, ο αυξημένος δομικός σεξισμός οδηγεί σε μειωμένες δημόσιες επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς, βλάπτοντας τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών».
Τέλος, η ανοιχτή συζήτηση για τις συνέπειες του σεξισμού μπορεί να βοηθήσει στην ευαισθητοποίηση γύρω από τις βλάβες που προκαλεί. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι το να μιλά κανείς για ανεπιθύμητες διακρίσεις είναι ωφέλιμο για την ψυχική υγεία, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη υποστήριξη. Ταυτόχρονα, όμως, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τη δομική, διάχυτη φύση του προβλήματος και ότι η ατομική δράση από μόνη της δεν αρκεί.
Προς το παρόν, τα στοιχεία εξακολουθούν να σκιαγραφούν μια σοβαρή εικόνα για το πόσο δρόμο έχουμε ακόμη να διανύσουμε ώστε οι γυναίκες να ζουν σε έναν κόσμο όπου όχι μόνο αισθάνονται ασφαλείς, αλλά και όπου τα αποτελέσματα στην υγεία τους δεν επηρεάζονται από βαθιά ριζωμένο δομικό σεξισμό. Η αλλαγή όμως είναι εφικτή, αν περισσότεροι από εμάς μιλήσουμε ανοιχτά για όσα διακυβεύονται.
Πηγή: bbc
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr