Πατροκτονία στον Υμηττό: Ο κουρέας από τη Σίκινο που σκότωσε τα τρία παιδιά του και συγκλόνισε την Αθήνα
Ο Δουλφής ζούσε με τη σύζυγό του και τα έξι παιδιά τους σε ένα μικρό σπίτι σε πάροδο της οδού Αρδηττού στο Μετς.
Ο Δουλφής ζούσε με τη σύζυγό του και τα έξι παιδιά τους σε ένα μικρό σπίτι σε πάροδο της οδού Αρδηττού στο Μετς.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1930, μια τραγωδία συγκλόνισε την Αθήνα και κυριάρχησε για ημέρες στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ο 48χρονος κουρέας Δημήτρης Δουλφής, καταγόμενος από τη Σίκινο των Κυκλάδων, πήρε τα τρία μικρότερα παιδιά του για μια δήθεν «βόλτα» στον Υμηττό. Λίγες ώρες αργότερα, κοντά στον ναό της Ζωοδόχου Πηγής, τα παιδιά βρέθηκαν νεκρά.
Ο ίδιος δεν αρνήθηκε ποτέ την πράξη του. Αντίθετα, δήλωσε ότι τα σκότωσε «για να τα απαλλάξει από τα βάσανα της φτώχειας», υποστηρίζοντας ότι δεν διέπραξε έγκλημα αλλά μια «αναγκαία πράξη». Η υπόθεση προκάλεσε σοκ στην ελληνική κοινωνία όχι μόνο για την ωμότητα του εγκλήματος, αλλά και για την ποινή που τελικά του επιβλήθηκε: μόλις δέκα χρόνια κάθειρξη.
Από τη Σίκινο στο Κολωνάκι
Ο Δημήτρης Δουλφής είχε γεννηθεί στη Σίκινο, ένα μικρό νησί των Κυκλάδων ανάμεσα στην Ίο και τη Φολέγανδρο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα αναζητώντας καλύτερη τύχη.
Διατηρούσε κουρείο στη γωνία των οδών Ηροδότου και Καρνεάδου στο Κολωνάκι, μια περιοχή που ήδη αναπτυσσόταν ως εμπορικό και κοινωνικό κέντρο της πρωτεύουσας. Οι πελάτες τον γνώριζαν ως καλό τεχνίτη και τα έσοδά του, περίπου 750 δραχμές τον μήνα, επέτρεπαν στην οικογένεια να ζει αξιοπρεπώς, χωρίς όμως άνεση.
Η οικογένεια στο Μετς
Ο Δουλφής ζούσε με τη σύζυγό του και τα έξι παιδιά τους σε ένα μικρό σπίτι σε πάροδο της οδού Αρδηττού στο Μετς.
Η καθημερινότητα ήταν δύσκολη: οκτώ άνθρωποι στριμώχνονταν σε ένα μόνο δωμάτιο με δύο κρεβάτια. Παρ’ όλα αυτά, οι γείτονες θυμούνταν ότι η οικογένεια «τα έβγαζε πέρα» και δεν θεωρούνταν από τις πιο φτωχές της γειτονιάς.
Η αρχή της κατάρρευσης: αρρώστια και ανεργία
Η τραγωδία άρχισε να παίρνει μορφή όταν ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, ο Γιάννης, προσβλήθηκε από φυματίωση.
Τη δεκαετία του 1930 η ασθένεια αυτή αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες μάστιγες της Ελλάδας. Ο νεαρός μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο Φθισιατρείο του νοσοκομείου «Σωτηρία», όμως τα έξοδα θεραπείας και φαρμάκων ήταν δυσβάσταχτα.
Η οικονομική κατάρρευση
Την ίδια περίοδο, η οικογένεια δέχτηκε νέο πλήγμα.
Ο δεύτερος γιος, που εργαζόταν ως εμποροϋπάλληλος, έχασε τη δουλειά του, ενώ λίγο αργότερα και ο ίδιος ο Δουλφής έμεινε άνεργος. Τα οικονομικά προβλήματα πολλαπλασιάστηκαν και η οικογένεια αναγκάστηκε να δανείζεται χρήματα από συγγενείς, γείτονες και φιλανθρωπικά ταμεία.
Για ένα διάστημα τους βοήθησε οικονομικά ένας αδελφός του Δουλφή που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, όμως η βοήθεια αυτή σταμάτησε σύντομα.
Τα προειδοποιητικά σημάδια
Όσο η οικονομική κατάσταση χειροτέρευε, η συμπεριφορά του Δουλφή άλλαζε.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, στο σπίτι ξέσπαγαν συνεχείς καβγάδες και ο ίδιος μιλούσε συχνά για την «αβάσταχτη φτώχεια». Σε αρκετές περιπτώσεις είχε αναφέρει στη σύζυγό του ότι σκεφτόταν να σκοτώσει τα παιδιά για να τα «λυτρώσει».
Η γυναίκα του πίστευε ότι μιλούσε πάνω στον θυμό του και προσπαθούσε να τον καθησυχάσει. Κανείς όμως δεν φανταζόταν ότι οι σκέψεις αυτές θα μετατρέπονταν σε πράξη.
2 Δεκεμβρίου 1930: Το χρονικό της τριπλής παιδοκτονίας
Εκείνη την ημέρα, η σύζυγος του Δουλφή έφυγε νωρίς από το σπίτι για να επισκεφτεί τον Γιάννη στο «Σωτηρία». Ο Δουλφής πήρε τα τρία μικρότερα παιδιά — τη 7χρονη Θεώνη, τον 4χρονο Γκίκα και το αβάπτιστο αγοράκι 11 μηνών — για «βόλτα» στον Υμηττό. Κρατούσε αγκαλιά το μωρό, από το χέρι τον Γκίκα, ενώ η Θεώνη προπορευόταν δεχόμενη τις κλωτσιές του πατέρα.
Το απόγευμα σταμάτησαν κοντά στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής, στο λόφο Αράπη, πλησίον του συνοικισμού Νέα Ελβετία. Γύρω στις 8 το βράδυ, μόλις τα παιδιά κοιμήθηκαν, ο Δουλφής έβγαλε το περίστροφό του. Η πρώτη σφαίρα χτύπησε το μωρό πίσω στο κεφάλι — πέθανε ακαριαία.
Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά, μάρτυρες του πυροβολισμού, προσπάθησαν να τρέξουν. Ο πατέρας τους τα γρονθοκοπά μέχρι λιποθυμίας. Σήκωσε την 7χρονη Θεώνη τραβώντας την από τα μαλλιά και την πυροβόλησε στο κεφάλι. Η σφαίρα δεν τη σκότωσε — ο Δουλφής τη στραγγάλισε σφίγγοντας τα χέρια γύρω από τον λαιμό της. Ο 4χρονος Γκίκας προσπάθησε να ξεφύγει τρέχοντας, αλλά ο πατέρας του τον πρόλαβε, πατώντας του το πόδι. «Το άτυχο παιδάκι έβαλε τα χεράκια του στο πρόσωπο πιστεύοντας ότι έτσι θα σωθεί» — δέχτηκε δύο πυροβολισμούς.
Κατά τη μεταγενέστερη κατάθεσή του, ο Δουλφής περιέγραψε με αποκρουστική ψυχραιμία: «Γι’ αυτό έσκυψα και όταν είδα ότι και μετά τις σφαίρες εζούσαν, τα πίεσα στο στήθος και το λαιμό για να ξεψυχήσουν γρήγορα».

Μετά τους φόνους: η επιστολή και η σύλληψη
Αφήνοντας τα πτώματα στο ναό, ο Δουλφής άρχισε να περιπλανιέται. Είχε δύο ακόμη σφαίρες στο πιστόλι αλλά, όπως ισχυρίστηκε, δεν βρήκε το θάρρος να αυτοκτονήσει. Κατευθύνθηκε αρχικά προς την Καστέλα, σκοπεύοντας δήθεν να πέσει στη θάλασσα. Όταν αργότερα στην ανάκριση τον ρώτησαν γιατί δεν αυτοκτόνησε εφόσον υπήρχαν γκρεμοί και θάλασσες, ήταν η μόνη στιγμή που ταράχτηκε: «Α, να σου πω, τέτοιον θάνατον τον φοβούμαι».
Η επιστολή
Ο Δουλφής κάθισε σε ένα καφενείο και συνέταξε μια επιστολή προς τον Ιωάννη Νάσκο, διευθυντή της Αστυνομίας, την οποία παρέδωσε σε φρουρό:
«Εντημώτατε και ευγενέστατε κύριε Νάσκε. Αιτία της τραγωδίας μου είνε η άτιμη φθύσις, η φοβερή μου φτόχεια και η ελαφρά παραφροσήνη μου. Τα τρία πτόματα των τέκνων μου ευρίσκονται εις τον παρά τον συνηκισμόν Νέας Ελβετίας ναόν της Ζωοδόχου Πηγής εις το έμπροσθεν μέρος του ναού.»
Την 4η Δεκεμβρίου 1930, ένας δασοφύλακας εντόπισε τα πτώματα των τριών παιδιών. Η ιατροδικαστική εξέταση επιβεβαίωσε τα φρικιαστικά γεγονότα. Εν τω μεταξύ, η σύζυγος του Δουλφή είχε πάει στο αστυνομικό τμήμα, εξηγώντας ότι ο σύζυγός της είχε πάρει τα παιδιά και εκφράζοντας φόβο ότι «θα είχαν κακό τέλος». Ο Δουλφής συνελήφθη το απόγευμα της Παρασκευής.
Μετά τους φόνους ο Δουλφής εγκατέλειψε τα πτώματα κοντά στον ναό και άρχισε να περιπλανιέται.
Είχε ακόμη δύο σφαίρες στο περίστροφο, όμως όπως ισχυρίστηκε αργότερα, δεν μπόρεσε να αυτοκτονήσει.
Σε ένα καφενείο έγραψε μια επιστολή προς τον διευθυντή της Αστυνομίας Ιωάννη Νάσκο, στην οποία έγραφε:
«Αιτία της τραγωδίας μου είνε η άτιμη φθύσις, η φοβερή μου φτόχεια και η ελαφρά παραφροσύνη μου. Τα τρία πτώματα των τέκνων μου ευρίσκονται εις τον παρά τον συνοικισμόν Νέας Ελβετίας ναόν της Ζωοδόχου Πηγής».
Η σύλληψη και η αποκάλυψη της τραγωδίας
Στις 4 Δεκεμβρίου 1930, ένας δασοφύλακας εντόπισε τα πτώματα των τριών παιδιών στον Υμηττό.
Την ίδια ώρα η σύζυγος του Δουλφή είχε ήδη προσφύγει στην αστυνομία, λέγοντας ότι φοβόταν πως ο άνδρας της θα έκανε κακό στα παιδιά.
Ο Δουλφής συνελήφθη λίγες ώρες αργότερα και ομολόγησε αμέσως το έγκλημα.
Ο Δουλφής δήλωσε ένοχος από την πρώτη στιγμή. Παρουσιάστηκε ενώπιον του αντιεισαγγελέα Κόλλια και απολογήθηκε λέγοντας ότι «λόγοι οικονομικοί και ασθένειας» τον οδήγησαν στην πράξη. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι διέπραξε έγκλημα, θεωρώντας «ως καλό αυτό που έκανε — μια πράξη που κάθε πατέρας που αγαπά τα παιδιά του και τα βλέπει να πεινάνε οφείλει να κάνει».
Ακόμη πιο σοκαριστική ήταν η δήλωσή του:
«Κάθε πατέρας που αγαπά τα παιδιά του και τα βλέπει να πεινούν οφείλει να κάνει το ίδιο».
Παράλληλα ζήτησε να καταδικαστεί, υποστηρίζοντας ότι αν αθωωνόταν «θα γινόταν κακό παράδειγμα».
Η δίκη και η ποινή που προκάλεσε σοκ
Στις 17 Οκτωβρίου 1931, ο Δημήτρης Δουλφής κάθισε στο εδώλιο του Κακουργιοδικείου Πειραιά, σε μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη. Η υπεράσπιση βασίστηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις των ψυχιάτρων που διέγνωσαν μορφή παράνοιας. Ο Δουλφής παρέμεινε ατάραχος και ευθυτενής σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Η ετυμηγορία: δεκαετής κάθειρξη για τους τρεις φόνους, πλέον ένα μήνα για παράνομη οπλοχρησία. Μια ποινή που ξάφνιασε το πανελλήνιο και συζητήθηκε ευρέως στα πρωτοσέλιδα, καθώς θεωρήθηκε εξαιρετικά επιεικής για τριπλό φονικό.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr