Δημοσίευση:

Πρασινοφρουροί, ρουσφέτια και… απειλές με screenshot – Ηθική αλά καρτ και… θεσμικά φροντιστήρια – Ο Τσίπρας πήγε με φόρα για restart, μετά για rebranding και τώρα για reunion με τους… ίδιους

Αν η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα ήταν μάθημα, θα λεγόταν «Ηθική Ι: Ποιος δικαιούται να μιλάει». Και φυσικά, κανείς δεν θα έπαιρνε πτυχίο — όλοι θα διαφωνούσαν με τον εξεταστή.

Δημοσίευση:
Black Book

Αν η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα ήταν μάθημα, θα λεγόταν «Ηθική Ι: Ποιος δικαιούται να μιλάει». Και φυσικά, κανείς δεν θα έπαιρνε πτυχίο — όλοι θα διαφωνούσαν με τον εξεταστή.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή, αν δεν υπήρχε το ρουσφέτι, θα έπρεπε να το εφεύρουμε για να έχουμε κάτι να τσακωνόμαστε. Μόνο που τώρα, το έργο έχει ανέβει επίπεδο: δεν μιλάμε απλώς για ρουσφέτια, αλλά για… ρουσφέτια με απειλή δημοσιοποίησης. Σαν να λέμε Netflix, αλλά με πρωταγωνιστές βουλευτές.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης σήκωσε το τηλέφωνο της πολιτικής αντιπαράθεσης και αντί για «παρακαλώ», απάντησε με «να τα βγάλω όλα στη φόρα;». Μια δήλωση που θύμισε λιγότερο θεσμικό λόγο και περισσότερο group chat που ξέφυγε. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ έσπευσε να ζητήσει… εισαγγελέα, λες και ανακάλυψε μόλις τώρα ότι στην Ελλάδα υπήρξαν και «διευκολύνσεις».

Και κάπου εκεί ξεκίνησε το déjà vu: οι «πρασινοφρουροί» επανεμφανίζονται ως ιστορικό επιχείρημα, οι «ακροδεξιοί υπουργοί» ως πολιτική απάντηση και το κοινό παρακολουθεί μια γνώριμη παράσταση όπου όλοι κατηγορούν όλους για κάτι που… κανείς δεν έκανε μόνος του.

Η ειρωνεία; Ότι η ουσία χάνεται πίσω από τις ατάκες. Γιατί όταν το πολιτικό σύστημα αρχίζει να συζητά αν τα ρουσφέτια είναι «κανονικότητα» ή «υπερβολή», τότε το πρόβλημα δεν είναι ποιος τα έκανε. Είναι ότι κανείς δεν δείχνει πραγματικά διατεθειμένος να τα τελειώσει.

Μέχρι τότε, αναμένουμε το επόμενο επεισόδιο. Με τίτλο πιθανότατα: «Αποκαλύψεις που δεν έγιναν ποτέ».

Ηθική αλά καρτ και… θεσμικά φροντιστήρια

Αν η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα ήταν μάθημα, θα λεγόταν «Ηθική Ι: Ποιος δικαιούται να μιλάει». Και φυσικά, κανείς δεν θα έπαιρνε πτυχίο — όλοι θα διαφωνούσαν με τον εξεταστή.

Η Σώτη Τριανταφύλλου πέταξε τη σπίθα, θυμίζοντας ότι η διαφάνεια στη χώρα είναι περίπου σαν το τέλειο καλοκαίρι: όλοι το θυμούνται, κανείς δεν το έχει ζήσει. Και κάπου εκεί, το ΠΑΣΟΚ ένιωσε ότι δεν γίνεται να του αφαιρείται το… μικρόφωνο της ηθικής. Διότι, όπως αποδείχθηκε, η ηθική δεν είναι προνόμιο — είναι δημόσιο αγαθό, αρκεί να τη χρησιμοποιείς σωστά (ή έστω επικοινωνιακά).

Η Νέα Δημοκρατία μπήκε στο κάδρο με τη γνωστή αγωνία του θεματοφύλακα: όχι τόσο για το τι ειπώθηκε, αλλά για το πώς ειπώθηκε. Ο Παύλος Μαρινάκης ανακάλυψε ξαφνικά τα «θεσμικά όρια», ζητώντας και… ανάκληση ανάρτησης. Σαν να λέμε delete με πολιτικό πρόσημο — το νέο εργαλείο διακυβέρνησης.

Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ αντέτεινε ότι μαθήματα θεσμικότητας από μια κυβέρνηση που κατηγορείται για τα πάντα, από παρακολουθήσεις μέχρι παρακράτος, είναι λίγο σαν να δίνει οδηγίες δίαιτας ζαχαροπλαστείο.

Και έτσι, το πολιτικό σκηνικό βυθίστηκε σε μια γνώριμη αντίφαση: όλοι υπερασπίζονται την ηθική, αρκεί να μην τους αφορά άμεσα. Όλοι επικαλούνται θεσμούς, μέχρι να τους ενοχλήσουν. Και όλοι μιλούν για όρια… χωρίς να συμφωνούν ποιος τα ορίζει.

Στο τέλος της ημέρας, το μόνο βέβαιο είναι ότι η συζήτηση δεν ήταν για την ουσία. Ήταν για το ποιος έχει το δικαίωμα να την ορίσει. Και αυτό, στην ελληνική πολιτική, είναι πάντα η πιο ασφαλής απόδραση από την πραγματικότητα.

Από το “νέο” στο… γνώριμο: όταν το ταξί δεν γεμίζει, φωνάζεις τους παλιούς

Κάποτε ήταν το restart. Μετά έγινε το rebranding. Και τώρα, κάπου ανάμεσα σε Παλλάς και πραγματικότητα, μοιάζει περισσότερο με reunion.

Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκίνησε με το αφήγημα του «νέου» — νέες ιδέες, νέα πρόσωπα, νέο ξεκίνημα. Μόνο που στην πορεία ανακάλυψε ότι το «νέο» θέλει κόσμο. Και ο κόσμος, προς το παρόν, δεν γεμίζει ούτε… ταξί. Οπότε τι κάνεις; Πας στη δοκιμασμένη συνταγή: καλείς τους παλιούς. Με εμπειρία. Με χιλιόμετρα. Με… αναμνήσεις.

Χωρίς ρεζερβέ, λέει. Όλοι ευπρόσδεκτοι, αλλά κανείς στην πρώτη θέση. Δηλαδή ένα πλοίο χωρίς business class, αλλά με πλήρωμα που έχει ταξιδέψει ήδη πολλές φορές — και ξέρει ακριβώς πού μπάζει νερά.

Η ειρωνεία; Ότι το «νέο κόμμα» αρχίζει να θυμίζει έντονα… προηγούμενες εκδόσεις. Λίγο ΣΥΡΙΖΑ, λίγο Νέα Αριστερά, λίγο από τα παλιά καλά — σαν πολιτικό playlist με greatest hits.

Και βέβαια, υπάρχει και το φίλτρο: όχι όσοι τον αμφισβήτησαν. Γιατί η ανανέωση έχει όρια — κυρίως προσωπικά. Διάλογος με όλους, εκτός από εκείνους που δεν συμφωνούν. Κάτι σαν ανοιχτή διαδικασία με… κλειστή λίστα.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο Τσίπρας κάνει στροφή. Είναι πόσες φορές μπορεί να παρουσιαστεί η ίδια συνταγή ως «καινούργια». Γιατί όταν το αφήγημα ξεκινά από το «νέο» και καταλήγει στο «μπαρουτοκαπνισμένο», τότε το πρόβλημα δεν είναι η ταμπέλα.

Είναι ότι το κοινό έχει ξαναδεί το έργο. Και αυτή τη φορά, δεν χειροκροτά τόσο εύκολα.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr