Δημοσίευση:

Ρήτρα «μη ανταγωνισμού»: Οι υποχρεώσεις του εργαζόμενου

Τι γράφει στο Newpost.gr η συνεργάτιδα του Γιώργου Ι. Κουτσούκου για ρήτρα «μη ανταγωνισμού» και τη τετασυμβατική ελευθερία.

Δημοσίευση:
Ρήτρα «μη ανταγωνισμού»: Οι υποχρεώσεις του εργαζόμενου

Τι γράφει στο Newpost.gr η συνεργάτιδα του Γιώργου Ι. Κουτσούκου για ρήτρα «μη ανταγωνισμού» και τη τετασυμβατική ελευθερία.

Η συνεργάτιδα του Γιώργου Ι. Κουτσούκου, Φωτεινή Καπάκη, γράφει στο Newpost.gr για τη ρήτρα «μη ανταγωνισμού» και μετασυμβατική ελευθερία.

Αναλυτικά το άρθρο της:

Ένας ιδιαίτερα συνήθης όρος στις συμβάσεις εργασίας πλέον είναι οι ρήτρες μη ανταγωνισμού, με τις οποίες ο εργαζόμενος δεσμεύεται ουσιαστικά σε μία μετασυμβατική υποχρέωση πίστης στον εργοδότη. Αυτές οι ρήτρες εγείρουν πλείονες προβληματισμούς, σχετικά με την εγκυρότητά τους, καθότι τίθεται αφενός ένα ζήτημα γνησιότητας της βούλησης του εργαζομένου, καθότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για «συμφωνία μεταξύ ίσων», αφετέρου τίθεται το ζήτημα των ορίων, εντός των οποίων οι ρήτρες αυτές μπορούν να είναι έγκυρες.

Κατ’ αρχάς, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 652 και 288 του Αστικού Κώδικα, απορρέει η γενική υποχρέωση πίστεως του εργαζομένου, η οποία αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής της καλής πίστεως και υφίσταται ακόμα και αν δεν περιλαμβάνεται ρητά στη σύμβαση εργασίας. Η υποχρέωσή αυτή συνεπάγεται αποφυγή πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα του εργοδότη, αποφυγή ανταγωνισμού, εχεμύθεια και αντίστοιχες παρεπόμενες υποχρεώσεις.

 H παράβαση μάλιστα της υποχρέωσης αυτής του εργαζομένου συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά και, ως τέτοια, δύναται να γεννήσει αξίωση προς αποζημίωση ή να αποτελέσει σπουδαίο λόγο για καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298, 330, 335 επ. και 343 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν.146/1914, η παραβίαση της υποχρεώσεως του εργαζομένου να παραλείπει πράξεις ανταγωνισμού προς την επιχείρηση του εργοδότη του επιφέρει και υποχρέωση αποκατάστασης της θετικής ή αποθετικής ζημίας του εργοδότη.

Η εν λόγω υποχρέωση πίστεως υφίσταται αναντίρρητα κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εργασίας και όχι μετά τη λήξη της. Για τον λόγο αυτό, προκειμένου να δεσμευτεί ο εργαζόμενος και για το μετά τη λήξη ισχύος της σύμβασης διάστημα, είθισται να περιλαμβάνονται στις συμβάσεις οι λεγόμενες “ρήτρες μη ανταγωνισμού”, οι οποίες συχνά συνοδεύονται από την κατάπτωση ποινικής ρήτρας.  

Το ζήτημα που ανακύπτει εδώ είναι το κατά πόσο οι ρήτρες αυτές είναι έγκυρες, εφόσον ο εργαζόμενος έχει υπογράψει τη σύμβαση εργασίας και έχει επομένως συμφωνήσει στους συγκεκριμένους όρους. Σύμφωνα με την αρχή ελευθερίας των συμβάσεων, καθώς και την γενική αρχή pacta sunt servαnda, οι συμφωνηθείσες αυτές ρήτρες είναι νόμιμες και εφόσον είναι προϊόν συμφωνίας πρέπει να τηρηθούν. Έτσι λοιπόν, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν τη δέσμευση του εργαζομένου για χρόνο μετά τη λύση της σύμβασης.  Ωστόσο, επειδή η σύμβαση εργασίας δεν συνιστά κατ’ ουσίαν σύμβαση μεταξύ ίσων, ο εργαζόμενος αναγκάζεται πολλές φορές να ανακαλέσει αυτή τη συμφωνία του, με σκοπό να ακυρώσει τελικά τον συγκεκριμένο όρο της σύμβασης, προκειμένου να απαλλαγεί από τις δυσανάλογες συνέπειες που ο όρος συνεπάγεται για τον ίδιο, δεδομένου ότι χάνει την επαγγελματική και οικονομική του αυτοτέλεια. Οι όροι δηλαδή αυτοί δεν είναι άνευ ετέρου έγκυροι, αλλά υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας.

Για αυτές τις περιπτώσεις, ο νόμος παρέχει κάποιες δικλείδες ασφαλείας, οι οποίες θα συγκρουστούν τελικά με την αρχή ελευθερίας των συμβάσεων, αλλά και με τα δικαιολογημένα συμφέροντα του εργοδότη. Οι δικλείδες αυτές είναι το δικαίωμα στην εργασία και η επαγγελματική ελευθερία, σε συνδυασμό με την υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου και την αντίθεση ενός τέτοιου όρου στα χρηστά ήθη (178, 179 ΑΚ).

Ο έλεγχος της εγκυρότητας των ρητρών περί απαγόρευσης ανταγωνισμού για το διάστημα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, στη βάση των άρθρων 178, 179 και 281 του Αστικού Κώδικα, ανήκει στη Δικαιοσύνη. Ο δικαστής, δηλαδή, ελέγχει αν η συγκεκριμένη ρήτρα που συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου υπηρετεί πράγματι τη διαφύλαξη και προστασία δικαιολογημένων επαγγελματικών συμφερόντων του εργοδότη και δεν επιδιώκει απλώς και μόνο τον περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας του εργαζομένου. Για το λόγο αυτό, η νομολογία έχει διαμορφώσει ορισμένα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου να κριθεί αν η ρήτρα μη ανταγωνισμού είναι έγκυρη. Τέτοια κριτήρια αποτελούν η χρονική διάρκεια και η τοπική έκταση της απαγορεύσεως, η ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του εργοδότη, το είδος της απαγορευμένης επαγγελματικά δραστηριότητας κλπ υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας ( ΑΠ 1285/1984, ΕΕργΔ 1985,575, ΜΠρΑθ 1867/05, ΕΕργΔ 2006, 24).

 Επιπλέον, είναι αξιοσημείωτο ότι μέρος της νομικής θεωρίας προσθέτει στα ανωτέρω κριτήρια την  την καταβολή εύλογης αποζημίωσης από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο ως αντιπαροχή για τη δέσμευση της επαγγελματικής του ελευθερίας για ορισμένο χρόνο μετά τη λύση της σύμβασης, προκειμένου να θεωρηθεί έγκυρη η ρήτρα μη ανταγωνισμού. Ωστόσο, η εύλογη αυτή αποζημίωση δεν κρίνεται νομολογιακά ως απαραίτητη προϋπόθεση εγκυρότητας της εν λόγω ρήτρας.

Όσον αφορά μάλιστα την πρόβλεψη ποινικής ρήτρας, αυτή, ως μέσο πίεσης για την εξασφάλιση εκπλήρωσης της κύριας ενοχής που στην προκειμένη περίπτωση είναι η παροχή εργασίας, είναι μεν έγκυρη και δεσμευτική για τον εργαζόμενο, εάν και εφόσον, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης, αφενός δεν καταλύει την συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης του υπόχρεου (άρθρα 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 Συντάγματος), αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, με την έννοια ότι δεν περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του υπόχρεου και γενικώς δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 797/2010, ΕΦΘΕς 1766/2019).

Καταληκτικά, επειδή η εγκυρότητα των ρητρών ανταγωνισμού καθώς και της ποινικής ρήτρας άπτεται κάθε φορά των συγκεκριμένων συνθηκών που καθιστούν δικαιολογημένη την πρόβλεψή τους, οι όροι αυτοί θα πρέπει να ελέγχονται σε κάθε περίπτωση, τόσο από την πλευρά του εργοδότη, όσο και από την πλευρά του εργαζομένου που πρόκειται να υπογράψει τη σύμβαση εργασίας του, προκειμένου να εξασφαλισθούν τα εκατέρωθεν συμφέροντα, χωρίς ο εργαζόμενος να εκτίθεται τελικά σε δυσανάλογα για τον ίδιο βάρη.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr