Σίριαλ Ντογιάκου – Επεισόδιο 3ο: «Στα κάγκελα» ο νομικός και πολιτικός κόσμος της χώρας – Πυρ ομαδόν από Βενιζέλο, Αλιβιζάτο και ΔΣΑ
Δικηγόροι, πολιτικά κόμματα και λοιποί φορείς στρέφονται κατά της γνωμάτευσης του Ισίδωρου Ντογιάκου.
Δικηγόροι, πολιτικά κόμματα και λοιποί φορείς στρέφονται κατά της γνωμάτευσης του Ισίδωρου Ντογιάκου.
Σαν δρόμος δίχως τέλος φαντάζουν οι αντιδράσεις για τη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου για την ΑΔΑΕ, τόσο σε επιστημονικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Για τρίτη ημέρα, επιστήμονες, φορείς και κόμματα βάλλουν κατά του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την κυβέρνηση από την πλευρά της να απαντά πως δεν παρεμβαίνει στη δικαιοσύνη.
ΔΣΑ κατά Ντογιάκου: Σε ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου δεν χωρούν εκπτώσεις και συμψηφισμοί
Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) με αφορμή τη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, σχετικά με την άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της ΑΔΑΕ, αποφάνθηκαν πλειοψηφία (16 έναντι 8) ότι «οι αντισυνταγματικοί νόμοι δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν δύνανται να θεραπευτούν με εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις» και επισημαίνουν ότι ο νόμος 5002 του 2022 για την άρση του απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας είναι αντισυνταγματικός και κινείται πέραν των ορίων του Συντάγματος που προστατεύει το απόρρητο των επικοινωνιών.
Παράλληλα, κρίθηκε μη νόμιμη η δυνατότητα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί μετά από αίτημα ιδιώτη, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από αίτημα τηλεπικοινωνιακού παρόχου, και για τον πρόσθετο λόγο, ότι ο πάροχος είναι και ελεγχόμενος.
Αναλυτικότερα, ο ΔΣΑ έλαβε την ακόλουθη απόφαση:
«1. Το ΔΣ του ΔΣΑ εκφράζει την απόλυτη και κατηγορηματική αντίθεσή του τόσο για την έκδοση όσο και για το περιεχόμενο της Αρ. 1/2023 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
2.Το απόρρητο των επικοινωνιών, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, άμεσα συνδεδεμένο και με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γι’ αυτό και, σε αντίθεση με άλλα ατομικά δικαιώματα, το Σύνταγμα το κατοχυρώνει ως «απόλυτα απαραβίαστο» και δεν αναφέρεται σε περιορισμούς ή εξαιρέσεις, παρά μόνο σε «εγγυήσεις» για την άρση του από τη «δικαστική αρχή» και αυτό μόνο«για λόγους εθνικής ασφάλειας» ή «για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων».
Για το λόγο αυτό η προστασία του αποτελεί ύψιστη υποχρέωση της πολιτείας και δεσμεύει όλες τις κρατικές λειτουργίες.
3.Το δικηγορικό σώμα, κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία θέσπισης του νεοπαγούς ν. 5002/2022, είχε επισημάνει ότι η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δεν ανταποκρίνεται ούτε στις απαιτήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ούτε στις εύλογες προσδοκίες των δημοκρατικών πολιτών, καθώς απέβλεψε σχεδόν αποκλειστικά στην επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, χωρίς να αναβαθμίζει λυσιτελώς την παρεχόμενη έννομη προστασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι:α) η υπό προϋποθέσεις ενημέρωση του θιγόμενου πολίτη μετά από τριετία δεν πληροί τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι θα έχει προηγηθεί η καταστροφή του σχετικού υλικού (κατά κανόνα σε έξι μήνες μετά την παύση ισχύος της σχετικής εισαγγελικής διάταξης)• β) είναι δυνατή στην πράξη η επ’ αόριστον άρση του απορρήτου με την επίκληση λόγων εθνικής ασφαλείας• γ) αντί να ενισχύονται οι εποπτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, δημιουργείται έρεισμα αμφισβήτησής τους.
4.Η ρητή συνταγματική κατοχύρωση της ΑΔΑΕ ως ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος) με αποστολή τη διασφάλιση του «απολύτως απαραβίαστου» δικαιώματος απορρήτου των επικοινωνιών, έχει ως αυτόθροη κανονιστική συνέπεια, κατά σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων του νόμου – και όχι κατά σύμφωνη με τον νόμο ερμηνεία του Συντάγματος, όπως το επιχείρησε απροκάλυπτα ο γνωμοδοτών Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου – ότι: α) καμία κρατική αρχή δεν μπορεί να παρεμποδίσει την ΑΔΑΕ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της με βάση τις διατάξεις του εκτελεστικού του Συντάγματος ν. 3115/2003, που περιλαμβάνουν και την ελεγκτική αρμοδιότητα της Αρχής επί τηλεπικοινωνιακών παρόχων• β) ο κοινός νομοθέτης (όπως είναι ο νομοθέτης του ν. 5002/2022) δεν μπορεί να απαγορεύσει από την Αρχή να ασκεί τη συνταγματική αρμοδιότητά της, ούτε μπορεί να αφαιρέσει ουσιώδεις αρμοδιότητες που της έχουν ήδη απονεμηθεί, γ) κανένα όργανο, μηδέ των δικαστικών εξαιρουμένων, δεν νομιμοποιείται να υπεισέρχεται στο έργο της ΑΔΑΕ και να την υποκαθιστά κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της• δ) κανένα κρατικό όργανο δεν μπορεί να ασκεί επ’ αυτής οιαδήποτε μορφή προληπτικού ελέγχου ή προληπτικής εποπτείας, καθώς η Αρχή υπόκειται αποκλειστικά και μόνο στον δικαστικό έλεγχο από τον αρμόδιο, κατά τους δικονομικούς κανόνες, δικαστικό σχηματισμό.
5. Η κατά το άρθρο 29 ν. 4938/2022 γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τελεί υπό διττό περιορισμό: α) τα σχετικά νομικά ζητήματα «δεν [πρέπει να] έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια» και β) το ζήτημα πρέπει να είναι «γενικότερο», επομένως, εξ ορισμού, να μην αφορά ατομικές περιπτώσεις. ‘Αλλωστε, μέχρι σήμερα, παγίως γινόταν δεκτό ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνίσταται στη διατύπωση της γνώμης του γενικώς και αφηρημένως ως προς την αμφιλεγόμενη έννοια διατάξεων νόμων επί ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος και πάντως όχι επί υποθέσεων επί των οποίων επελήφθησαν οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές ή επί των θεμάτων που πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια ή τα δικαστικά συμβούλια προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους ενόψει μάλιστα των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων και βοηθημάτων» [βλ. Γνωμοδοτήσεις Εισαγγελέα ΑΠ 7/2022 (Αρ. Χριστόπουλος), 5/2022 (Αν . Δημητριάδου), 3/2022 (Δ. Παπαγεωργίου), 22/2021 (Αν. Δημητριάδου), 20/2021 (Λ. Σοφουλάκης), 15/2021 (Δ. Παπαδημητρίου ), 12/2020 (Λ. Σοφουλάκης ), 10/2018 (Δ. Παπαδημητρίου), 4/2014 (Χ. Βουρλιώτης)].
Πάγια επίσης θέση μέχρι σήμερα ήταν επίσης ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν γνωμοδοτεί επί ερωτημάτων που θέτουν ιδιώτες, και δη διάδικοι ή εν δυνάμει διάδικοι ή με οποιονδήποτε τρόπο εμπλεκόμενοι σε συναφή δικαστική διαδικασία [βλ. ενδεικτικά Γνωμοδότηση Εισαγγελέα ΑΠ 3/2022 ( Δ. Παπαδημητρίου) για εκκρεμή ποινική υπόθεση και 22/2021 (Αν. Δημητριάδου) για υπόθεση δεκτική ακυρωτικού ελέγχου ενώπιον του ΣτΕ].
6. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την Αρ. 1/2023 γνωμοδότησή του: α) Παρεμβαίνει ανεπίτρεπτα (κατά παράβαση των άρθρων 19 και 101Α Συντ.) στην άσκηση της συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένης ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΑΔΕ καθώς γνωμοδοτεί ότι η Αρχή όχι μόνο αδυνατεί να αποφανθεί επί ατομικού αιτήματος ενημέρωσης του θιγομένου προ της παρέλευσης τριετίας από την επιβολή της άρσης, αλλά και να πραγματοποιήσει έλεγχο με σκοπό τη διαπίστωση παραβιάσεων της νομοθεσίας που καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, την ενημέρωση της Βουλής, αλλά και τη γνωστοποίηση στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές. β) Επισημαίνει απειλητικά στα μέλη της ΑΔΑΕ τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις. γ) Λαμβάνει θέση, κατά παράβαση του ν. 4938/2022, επί ατομικών περιπτώσεων, καθώς εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης και της ΑΑΔΕ καταγγελίες συγκεκριμένων προσώπων για παραβίαση των δικαιωμάτων τους, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο γνωμοδοτών εσφαλμένα καθ’ ημάς αποδέχεται ότι οι διατάξεις του ν. 5022/2022 έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις άρσεις απορρήτου προ της 9.12.2022• δ) Τοποθετείται επί ερωτήματος ιδιώτη, και δη ελεγχόμενου τηλεπικοινωνικού παρόχου, που πιθανώς καταστεί επ’ αφορμή του συγκεκριμένου ελέγχου διάδικος στο μέλλον• ε) Παραβιάζειτη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δικαστικής προστασίας των πολιτών (Συντ. 20 παρ. 1) και της δικαστικής ανεξαρτησίας (Συντ. 87), η οποία καταλαμβάνει και τους εισαγγελικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 4938/2022), καθώς έχουν υποβληθεί μηνυτήριες αναφορές θιγομένων από την άρση του απορρήτου προσώπων, οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο της ποινικής προδικασίας, ενώ είναι πιθανό να δημιουργηθεί αντιδικία, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια, μεταξύ της ΑΔΑΕ και του τηλεπικοινωνικού παρόχου, σε περίπτωση που η Αρχή επιβάλλει κυρώσεις σε αυτόν.
7. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει νομική και ηθική υποχρέωση να συμβάλλει εκ της θέσεώς του στην πλήρη και ταχεία διερεύνηση όλων των καταγγελιών που έχουν υποβληθεί για παράνομες επισυνδέσεις πολιτών και για τη λειτουργία παράνομων κατασκοπευτικών λογισμικών.
8. Οι αντισυνταγματικοί νόμοι δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν δύνανται να θεραπευτούν με εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις.
Ο ΔΣΑ ως θεματοφύλακας των δημοκρατικών ιδεωδών και υπερασπιστής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών θα αντισταθεί αποφασιστικά σε κάθε προσπάθεια φαλκίδευσής τους.
Σε ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου δεν χωρούν εκπτώσεις και συμψηφισμοί αλλά υπάρχει υποχρέωση απαρέγκλιτης τήρησης του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής δικαιϊκής τάξης.
Η Δημοκρατία σε αυτόν τον τόπο έχει βαθιές ρίζες και οι δικηγόροι έχουν ταχθεί να την υπηρετούν διαχρονικά και αταλάντευτα».
Να επισημανθεί ότι όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, σε κοινή συνεδρίαση του με την Επιτροπή Συνταγματικών Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών του ΔΣΑ (Χριστόφορος Αργυρόπουλος πρόεδρος, Νικόλαος Αλιβιζάτος, ‘Αγγελος Βρεττός, Θεόδωρος Σχινάς, Χάρης Τσιλιώτης και ο Βασίλειος Χειρδάρης), και αφού έλαβε υπόψη του τη δήλωση των 16 καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου, με την οποία συμφωνεί απολύτως, έλαβε την εν λόγω απόφαση για την υπ΄ αριθμ.1/2023 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Νέα παρέμβαση Βενιζέλου
Στην περιβόητη γνωμοδότηση του Ισίδωρου Ντογιάκου αναφέρθηκε εκ νέου ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Υπογράμμισε πως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου «υπερέβη το όριο που θέτει ο νόμος για τη γνωμοδοτική αρμοδιότητα, αλλά και την πάγια, μακροχρόνια τακτική της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου».
Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου είπε στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών πως: «Διερεύνησα εκατοντάδες γνωμοδοτήσεων των τελευταίων δεκαετιών, δεν υπάρχει καμία που να μη δέχεται ότι όταν υπάρχει εκκρεμής δίκη ή μπορεί να υπάρξει εκκρεμής δίκη, εκκρεμής δικαστική διαδικασία, δεν γνωμοδοτεί ο Εισαγγελέας, επίσης δεν γνωμοδοτεί απαντώντας σε ιδιώτες, δεν έχει απαντήσει ποτέ σε μία ιδιωτική εταιρία όπως ο ΟΤΕ. Εδώ έχουμε και εκκρεμή ποινική προκαταρκτική εξέταση για τις υποκλοπές – δύο μάλιστα – έχουμε βεβαίως και την αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, γιατί εάν οποιοσδήποτε τηλεπικοινωνιακός πάροχος διαφωνεί με τις πράξεις της ΑΔΑΕ, δεν προσφεύγει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προσφεύγει στα διοικητικά δικαστήρια και εν τέλει στο Συμβούλιο Επικρατείας».
Στη συνέχεια ο κ. Βενιζέλος τόνισε πως «Ο κ. Ντογιάκος δεν είναι απλώς έμπειρος, όπως είπα και στο κείμενό μου είναι και ευφυής και εγκρατής και θαρραλέος και έχει αποδείξει ότι μπορεί να αγωνιστεί για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο παρελθόν και πιστεύω ότι θα τα σκεφτεί όλα πάρα πολύ καλά. Επειδή το μεγάλο προσόν του νομικού, αλλά και κάθε νομίζω ανθρώπου που είναι σκεπτόμενος, είναι να λαμβάνει υπόψη τον αντίλογο, θα τα λάβει όλα υπόψη και θα διατυπώσει μία πιο ολοκληρωμένη θέση τις προσεχείς ημέρες. Θέλω να το ελπίζω και το προτείνω και το εύχομαι».
Σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο η ουσία του ζητήματος που έχει προκύψει συνίσταται σε δύο πράγματα.
«Το πρώτο, λοιπόν, είναι εάν τις ανεξάρτητες αρχές που προβλέπει το Σύνταγμα, αλλά ανεξάρτητες αρχές προβλέπει και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να έρθει ο εθνικός νομοθέτης ο κοινός και να τις ευνουχίσει, να περιορίσει τις ελεγκτικές αρμοδιότητές του, να τις διαπλάσει όπως νομίζει. Η απάντηση είναι όχι, διότι δεν ερμηνεύεται το Σύνταγμα με βάση το νόμο, αλλά ο νόμος με βάση το Σύνταγμα και άλλους υπερέχοντες κανόνες, όπως είναι το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά πρωτίστως το Σύνταγμα.
Άρα, λοιπόν, όταν το άρθρο 19 παράγραφος 2 αναθέτει τον εν τέλει και συνολικό έλεγχο του απορρήτου των επικοινωνιών στην ΑΔΑΕ, πρέπει η ΑΔΑΕ να μπορεί να κάνει ελέγχους. Έρχεται λοιπόν το δεύτερο επιχείρημα που λέει, ψηφίστηκε ένας νόμος στο όνομα της διαφάνειας, αλλά στην πραγματικότητα έτσι όπως τον ερμηνεύει τώρα η Εισαγγελία στο όνομα της αδιαφάνειας και της συγκάλυψης και λέει «ένας που παρακολουθείται για λόγους εθνικής ασφαλείας μπορεί να ενημερωθεί μόνο μετά από τρία χρόνια και εάν το αποφασίσει ένα τριμελές όργανο με δύο εισαγγελείς και τον Πρόεδρο της ΑΔΑΕ». Ως εκ τούτου η ΑΔΑΕ δεν μπορεί πλέον να κάνει ελέγχους όταν κάποιος διαμαρτύρεται ότι παρακολουθείται ή υποπτεύεται, διότι δεν μπορεί να τον ενημερώσει».
Σε άλλο σημείο της συνέντευξης του ο κ. Βενιζέλος υπογράμμισε: «Είναι άλλο πράγμα το εάν θα ενημερωθεί ο παρακολουθούμενος και άλλο πράγμα εάν θα γίνονται έλεγχοι μη τυχόν και παρανομεί η ΕΥΠ, μη τυχόν και παρανομεί η τηλεπικοινωνιακή εταιρία, μη τυχόν και παρανομούν διάφοροι άνθρωποι ανεξέλεγκτοι, όπως συνέβη με τα κατασκοπικά λογισμικά. Άρα η ΑΔΑΕ προφανώς δεν θα ενημερώσει τον παρακολουθούμενο, θα ενημερώσει όμως τη Βουλή, την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, της οποίας είναι θεσμικός βραχίονας κατά το Σύνταγμα. Να σας πω και το καλύτερο; Θα ενημερώσει τον ίδιο τον Εισαγγελέα, διότι μπορεί να τελούνται αδικήματα και μπορεί να πρέπει ο Εισαγγελέας να επιληφθεί. Αλλά και κάτι άλλο, τώρα οι εισαγγελείς που κάνουν προκαταρκτικές εξετάσεις, μπορούν να κάνουν ελέγχους στους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους;
Εάν κάποιος, εσείς, αντί να πάτε στην ΑΔΑΕ, πάτε στον Εισαγγελέα και κάνετε μία μήνυση ότι με παρακολουθεί κάποιος, ο Εισαγγελέας μπορεί να κάνει έλεγχο; Άρα αυτό όλο είναι άτοπο, οδηγείται σε αδιέξοδο και φανταστείτε το πώς μπορεί να εκτεθεί διεθνώς η χώρα εάν πει κανείς κατά λογική συνέπεια, «η ΑΔΑΕ παραβίασε αυτό που αντιλαμβάνεται ως Σύνταγμα και ως νόμο ο Εισαγγελέας». Τότε δίωξη, τότε κατηγορούμενοι τα μέλη της ΑΔΑΕ, τότε διεθνής διασυρμός της χώρας η οποία παύει να θεωρείται φιλελεύθερη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Το θέλει κανείς αυτό;».
Σημείωσε επίσης πως η γνωμοδότηση του κ. Ντογιάκου θα πρέπει να ανακληθεί.
Να ανακληθεί η γνωμοδότηση Ντογιάκου
«Θεωρώ ότι πρέπει να τροποποιηθεί ή, ακόμα καλύτερα, να ανακληθεί η γνωμοδότηση, διότι ο κ. Ντογιάκος και νομικά ξέρει και έχει αποδείξει ότι έχει αίσθημα ανεξαρτησίας και νομίζω ότι δεν θα ήθελε να θεωρείται ότι παρεμποδίζει την εφαρμογή των εγγυήσεων του απορρήτου ή και οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος συνταγματικά κατοχυρωμένου», ανέφερε.
Εξήγησε επίσης πως η επίμαχη γνωμοδότηση δεν έχει καμία ισχύ. « Δεν έχει καμία ισχύ η γνωμοδότηση, ούτως ή άλλως δεν έχει καμία ισχύ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σημείωσε δε, πως η εταιρία που ζήτησε τη γνωμοδότηση κακώς το έπραξε αλλά σε κάθε περίπτωση εξήγησε πως δεν μπορεί να αρνηθεί να συνεργαστεί με την ΑΔΑΕ. «Οι πράξεις της ΑΔΑΕ είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις, εκτελούνται αυτογνωμόνως όπως λέμε, από μόνες τους, όποιος θέλει, μπορεί να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια. Εάν αρνηθεί η εταιρία να εκτελέσει την πράξη της ΑΔΑΕ, θα της επιβληθεί πρόστιμο το οποίο μπορεί να είναι και πολύ μεγάλο πρόστιμο. Αυτό το πρόστιμο δεν μπορεί να το κρίνει κανένας εισαγγελέας, θα το κρίνει το διοικητικό δικαστήριο. Εδώ έχουμε και μία επέμβαση στις αρμοδιότητες της διοικητικής δικαιοσύνης», ανέφερε ο κ. Βενιζέλος.
Ο κ. Βενιζέλος υποστήριξε επίσης: «Εν πάση περιπτώσει δεν είναι το πρώτο ή το μόνο ζήτημα που έχει η χώρα, οι υποκλοπές, αλλά εάν καμφθούμε στα θέματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου, μετά δεν υπάρχει ούτε ανάπτυξη, δεν υπάρχει ούτε πρόοδος, ούτε ανταγωνιστικότητα και φοβούμαι ότι αποκλίνουμε από ένα πρότυπο το οποίο είναι το πρότυπο της ευρωπαϊκής δημοκρατίας που ήταν και το μεγάλο όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, έτσι δεν είναι;».
16 συνταγματολόγοι κατά Ντογιάκου: «Υποπίπτει σε σειρά σοβαρών ατοπημάτων»
Την έντονη αντίδρασή τους στη γνωμοδότηση του Ισίδωρου Ντογιάκου για την ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ εκφράζουν 16 καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου σε κοινή δήλωση που εξέδωσαν.
Την κοινή δήλωση υπογράφουν οι: Νίκος Αλιβιζάτος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ευάγγελος Βενιζέλος (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Γιώργος Δελλής (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Δρόσος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ακρίτας Καϊδατζής (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Ιφιγένεια Καμτσίδου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Αλέξανδρος Κεσσόπουλος (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ξενοφών Κοντιάδης (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), Χαράλαμπος Κουρουνδής (Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), Παναγιώτης Μαντζούφας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), Λίνα Παπαδοπούλου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Νίκος Παπασπύρου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Φίλιππος Σπυρόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιώργος Σωτηρέλης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Τασόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Βασιλική Χρήστου (Πανεπιστήμιο Αθηνών).
Μεταξύ άλλων, οι καθηγητές εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους για τη γνωμοδότηση, η οποία, όπως αναφέρουν «υποπίπτει σε μία σειρά σοβαρών ατοπημάτων» και επισημαίνουν ότι «η ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ απονέμεται σε αυτήν απευθείας από το Σύνταγμα (άρθρο 19 §2) και η έκτασή της δεν μπορεί να περιοριστεί ουδ’ επ’ ελάχιστο από τον νομοθέτη».
Στην κοινή δήλωση υπογραμμίζεται ακόμα ότι ο Ισίδωρος Ντογιάκος αβασάνιστα συγχέει το δικαίωμα ενημέρωσης των θιγομένων με την ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ και επισημαίνεται ότι «η ΑΔΑΕ δεν έχει απλώς τη δυνατότητα αλλά την υποχρέωση να ελέγχει την ΕΥΠ, τους παρόχους και κάθε άλλον εμπλεκόμενο παράγοντα για το αν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Και τούτο ανά πάσα στιγμή, αυτεπαγγέλτως, ή κατόπιν καταγγελίας και χωρίς να μπορεί να της αντιταχθεί οποιοδήποτε απόρρητο ακόμη και για λόγους εθνικής ασφάλειας. Είναι άλλο η ενημέρωση του θιγομένου, ύστερα από αίτησή του, και άλλο ο έλεγχος της ΑΔΑΕ, ο οποίος αποβλέπει στην τήρηση της αντικειμενικής νομιμότητας».
ΣΥΡΙΖΑ: «Αναγνωρίζει ο Μητσοτάκης το συνταγματικό ρόλο της ΑΔΑΕ;»
«Αναγνωρίζει ο κ. Μητσοτάκης το συνταγματικό ρόλο της ΑΔΑΕ ή θα κρύψει τις ευθύνες του για τις υποκλοπές πίσω από την αντισυνταγματική γνωμοδότηση Ντογιάκου;» ρωτά ο ΣΥΡΙΖΑ στην ανακοίνωσή του σχετικά με την γνωμάτευση Ντογιάκου για την ΑΔΑΕ
Η ανακοίνωση:
Εδώ και δύο ημέρες το σύνολο των νομικών επιστημόνων και συνταγματολόγων της χώρας έχουν αποδομήσει λέξη προς λέξη την πρωτοφανή γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ντογιάκου και το επιχειρούμενο μπλόκο στο έργο διερεύνησης του σκανδάλου των υποκλοπών από την κατά το Σύνταγμα μοναδική αρμόδια ΑΔΑΕ.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό: Θα αποδεχθεί δημόσια ο κ. Μητσοτάκης ότι η ΑΔΑΕ έχει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα να ερευνήσει ποιοι είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ με πρόσχημα την «εθνική ασφάλεια» ή θα μείνει ως ένοχος, μόνος του με τον κ. Ντογιάκο να κρύβεται πίσω από μία βολική μεν, κατάφωρα αντισυνταγματική δε, γνωμοδότηση για να κρύψει τις ευθύνες του;
ΠΑΣΟΚ: «Ηχηρό καμπανάκι η παρέμβαση των 16»
«Η παρέμβαση των δεκαέξι συνταγματολόγων αποτελεί ένα ηχηρό καμπανάκι για την υποβάθμιση του κράτους δικαίου στη χώρα» σχολιάζει σε ανακοίνωσή του το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, σημειώνοντας πως «Πρόκειται για μια έκκληση που παραθέτει αυστηρά και αδιάσειστα επιστημονικά επιχειρήματα, υπερβαίνει την κομματική συζήτηση και αποτελεί σαφέστατη μομφή προς όσους επιχειρούν να αποψιλώσουν τις ανεξάρτητες αρχές από τις συνταγματικές τους αρμοδιότητες υπηρετώντας ένα σχέδιο κατάληψης όλων των «αρμών της εξουσίας»».
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr