Σμόλικας: Το δεύτερο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας γίνεται ο παράδεισος των φυσιολατρών – Περιβάλλον κατάλληλο για τον καθένα
Ο Σμόλικας είναι το δεύτερο υψηλότερο βουνό της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο, με υψόμετρο 2.637 μέτρα.
Ο Σμόλικας είναι το δεύτερο υψηλότερο βουνό της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο, με υψόμετρο 2.637 μέτρα.
Ο Σμόλικας είναι το δεύτερο υψηλότερο βουνό της Ελλάδας μετά τον Όλυμπο, με υψόμετρο 2.637 μέτρα. Ορθώνεται ανατολικά της κοιλάδας του Αώου και απέναντι από την Τύμφη. Σε αντίθεση με τα ασβεστολιθικά βουνά του Ζαγορίου, ο Σμόλικας σχηματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε οφιόλιθους, πετρώματα που του προσδίδουν τη χαρακτηριστική λιγότερη άγρια μορφή του και παράλληλα του «χαρίζουν» μια πολύ ιδιαίτερη χλωρίδα.
Ο Σμόλικας αποκλίνει από τον πυρήνα της Βόρειας Πίνδου, που με τα βουνά του Ζαγορίου καταλήγει και σβήνει στην κοιλάδα του Αράχθου. Γίνεται με αυτόν τον τρόπο ο κομβικός όγκος που δημιουργεί την ορεογραφική συνέχεια της Βόρειας Πίνδου, η οποία με τα συμπλέγματα της Βασιλίτσας και της Βάλια Κάλντα φτάνει μέχρι το Ζυγό και τον «αυχένα» της Κατάρας, από όπου συνεχίζει στην κεντρική Πίνδο.
Όλο το βουνό είναι μια περιοχή απαράμιλλου φυσικού κάλλους από πλευράς τοπίου, πανίδας και χλωρίδας και για αυτό είναι ενταγμένο στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 και αποτελεί τμήμα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου. Η μεσαία υψομετρικά ζώνη καλύπτεται από δάση μάυρου πεύκου, οξιάς και ελάτου, ενώ τα υποαλπικά λιβάδια «στολίζονται» από αραιές συστάδες ρόμπολου. Η εκτεταμένη αλπική ζώνη είναι «γυμνή», ωστόσο κατάσπαρτη από σπάνια και ενδημικά φυτά. Η πανίδα περιλαμβάνει τα πιο σπάνια θηλαστικά της χώρας (αρκούδα, λύκος, αγριόγιδο και ζαρκάδι) και πολλά σπάνια είδη αρπακτικών πουλιών.
Οι περισσότεροι μύθοι για τον Σμόλικα έχουν να κάνουν με τη Δρακόλιμνη. Λέγεται λοιπόν ότι στις δρακόλιμνες του Σμόλικα και της Τύμφης κατοικούσαν δύο δράκοι, οι οποίοι πάλευαν μεταξύ τους πετώντας πέτρες ο ένας στον άλλο. Μια άλλη τοπική δοξασία αναφέρει ότι ένα βράδυ βγήκε από τα νερά της Δρακόλιμνης του Σμόλικα ένα μεγάλο άγριο κριάρι, το οποίο βέλαξε, καλώντας τα πρόβατα που έβοσκαν στο βουνό γύρω από τη λίμνη. Η λίμνη κατάπιε τα κοπάδια και από τότε οι κτηνοτρόφοι αποφεύγουν να βόσκουν τα ζωντανά τους κοντά στις δρακόλιμνες.
Παρότι το δεύτερο ψηλότερο βουνό, η κορυφή του δεν απαιτεί ούτε κάποια ιδιαίτερη τεχνική ούτε σκαρφάλωμα. Πρόκειται για μια αρκετά βατή, αν και απαιτητική και κουραστική διαδρομή. Η εκκίνηση γίνεται από την πλατεία του χωριού Πάδες, δίπλα από τον ξενώνα Munti, και το πρώτο κομμάτι διασχίζει μέρος του χωριού. Στη συνέχεια το μονοπάτι διασταυρώνεται με χωματόδρομο που φτάνει μέχρι περίπου τα 1.900 μ. υψόμετρο, σε κτηνοτροφική εγκατάσταση. Όσο ανεβαίνετε, το πευκοδάσος θα πυκνώνει, κατόπιν ξεκινούν οι οξιές και περνάτε δίπλα από λιβάδια μέχρι να φτάσετε κοντά στην αλπική ζώνη. Εκεί τελειώνει ο χωματόδρομος και το μονοπάτι γίνεται πιο ανηφορικό. Σε υψόμετρο 2.051 μ. βγαίνετε σε αυχένα, όπου συναντάτε το μονοπάτι που έρχεται από το καταφύγιο του Παλιοσελλίου. Το τοπίο είναι άγονο και μόνο ρόμπολα στέκονται διάσπαρτα στις πλαγιές – μερικά από αυτά έχουν καεί από κεραυνούς. Από εδώ και πέρα έχετε συνεχώς θέα στις γύρω βουνοκορφές της Πίνδου, με πιο εντυπωσιακή αυτή της Γκαμήλας. Το έδαφος γίνεται πιο βραχώδες όσο πλησιάζετε στη Δρακόλιμνη και μέχρι την κορυφή το ιδιαίτερα ανηφορικό μονοπάτι απαιτεί γερά πόδια και πνευμόνια. Όλη η διαδρομή όμως είναι αρκετά βατή, χωρίς επικίνδυνα σημεία. Το μονοπάτι είναι καλά σηματοδοτημένο. Στην κορυφή θα βρείτε τη χαρακτηριστική τσιμεντένια κολόνα με ένα μικρό συρταράκι, όπου βρίσκεται το βιβλίο καταγραφής κορυφής και μπάρες δημητριακών, δώρο των προηγούμενων ορειβατών στους επόμενους. Τριγύρω, όπου και να κοιτάξετε, θα βλέπετε ψηλά βουνά, την οροσειρά της Πίνδου σε όλο της το μεγαλείο.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr