Θανάσης Διαμαντόπουλος: Οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης
Το βιβλίο εστιάζει στα πρόσωπα και τις πολιτικές των μεταπολιτευτικών πρωθυπουργών, αναλύει, διερευνά και αξιολογεί τα πεπραγμένα τους, καθώς και το συνολικό ιστορικοπολιτικό αποτύπωμα του καθενός τους.
Το βιβλίο εστιάζει στα πρόσωπα και τις πολιτικές των μεταπολιτευτικών πρωθυπουργών, αναλύει, διερευνά και αξιολογεί τα πεπραγμένα τους, καθώς και το συνολικό ιστορικοπολιτικό αποτύπωμα του καθενός τους.
Κωνσταντίνος Καραμανλής
Εγκαθίδρυσε, στερέωσε πολιτικά και θεμελίωσε θεσμικά την πιο υγιή δημοκρατία που γνώρισε ποτέ η χώρα… Έκλεισε πληγές του παρελθόντος… Νομιμοποίησε και ενέταξε στην ομαλότητα όλα τα ιδεολογικά ρεύματα και όλες τις πολιτικές δυνάμεις που γέννησε η ιστορία (μας), ακόμη και κάποιες εν πολλοίς αμετανόητες για τα παρελθόντα εγκλήματα ή εγκληματικά λάθη τους… Ώθησε, αντίθετα, την παράταξή του σε βαθιά αυτοκριτική για τα δικά της αμαρτήματα της προδικτατορικής περιόδου… Εμπέδωσε μια σχετικώς ήπια πολιτική ρητορική, η οποία εκτός των άλλων ανέδειξε την εναντίωση στο στρατιωτικό καθεστώς πολιτών από όλο το πολιτικό φάσμα, βάζοντας έτσι τις ψυχολογικές βάσεις για ό,τι ο Λεωνίδας Κύρκος επρόκειτο να ονομάσει Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα, που έγινε γνωστή με το αρκτικόλεξο ΕΑΔΕ.
Αξίζει τέλος να υπογραμμιστεί πως αυτόν τον γενικό σεβασμό και τη διεθνή αναγνώριση του πολιτικού διαμετρήματός του, τα κατέκτησε ένας επαρχιώτης, χωρικός μάλλον, Έλληνας πολιτικός, του οποίου η γλωσσομάθεια -και ειδικά η προφορά- θα μπορούσε μέχρι και θυμηδία να προκαλεί: Θυμάμαι πως όλα τα χρόνια, κατά τη δεκαετία του 1970, που παρέμεινα στο Παρίσι για τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές μου, τα λεγόμενα ενός μόνο μη Γάλλου πολιτικού, ομιλούντος τη γαλλική στην τηλεόραση, τα είδα να συνοδεύονται από… γαλλικούς υποτίτλους: του Κωνσταντίνου Καραμανλή!
Γεώργιος Ράλλης
Στους λίγους σχετικά, 18 περίπου, μήνες της πρωθυπουργίας του προφανώς και δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε «μεγάλο» πρωθυπουργό. Πολλώ μάλλον που είχε να διαχειριστεί και να τιθασεύσει τις επιπτώσεις της μεγάλης πετρελαϊκής κρίσης του 1979 και του συνακόλουθου στασιμοπληθωρισμού. Ενώ όφειλε επίσης να δαπανήσει πολιτικό κεφάλαιο για την επάνοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ, που προκάλεσε μεγάλες λαϊκές αντιδράσεις, φαίνεται δε πως ήταν αντίθετη στη βούληση της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Πέραν του ότι η διαφαινόμενη επικείμενη άνοδος του ριζοσπαστικού και αντιευρωπαϊκού τότε ΠΑΣΟΚ, παράλληλα ασφαλώς προς το διεθνές οικονομικό κλίμα της εποχής, εν πολλοίς ακύρωνε τις προσπάθειες της κυβέρνησής του για προσέλκυση ξένων επενδύσεων.
Οπωσδήποτε κυβέρνησε μέσα σε ένα γενικά εχθρικό για τον ίδιο και την κυβέρνησή του κλίμα […], έχοντας παράλληλα ως όργανο υλοποίησης του μονοπωλίου της κρατικής νόμιμης βίας μια εν πολλοίς ανεξέλεγκτη δημόσια δύναμη: μια αστυνομία διατηρούσα ακόμη πολλά στοιχεία από τη νοοτροπία και τη μεθοδολογία που είχε ενστερνιστεί επί του μετεμφυλιακού κράτους της δεξιάς, πολύ δε περισσότερο επί του στρατιωτικού καθεστώτος. Όπως αυτό φάνηκε, άλλωστε, από τις άγριες δολοφονίες από τα ΜΑΤ τον Νοέμβρη του 1980 δύο διαδηλωτών, του φοιτητή Ιάκωβου Κουμή και της εργάτριας Σταματίνας Κανελλοπούλου, οι οποίες και χρεώθηκαν στην κυβέρνηση. […]
Ωστόσο…
[…] Απεδείχθη πως μπορούσε να είναι αυτό που τα επακολουθήσαντα, ιδίως δε τα διαμειφθέντα επί της πρωθυπουργικής θητείας του διαδόχου του, έδειξαν ότι χρειαζόταν περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο η χώρα: σοβαρός και υπεύθυνος κυβερνήτης.
Γιώργος Παπανδρέου
[…] όπως με ιδιαίτερη έμφαση ανέδειξε στα Απομνημονεύματά της και η Άνγκελα Μέρκελ, ο τότε πρωθυπουργός ουδέποτε είχε την όποια αίσθηση του χρόνου. Ακριβώς το αντίθετο: Ενεργούσε μέσα σε καταστάσεις εξαιρετικά πιεστικές και υπερεπείγουσες, όταν οι οβίδες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος κατευθύνονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα κατά του εθνικού κορμού και αυτός έπρεπε άμεσα να καλυφθεί από κάποια ασπίδα, σαν να είχε στη διάθεσή του την αιωνιότητα. Κατά κάποιον τρόπο συμπεριφερόταν περίπου όπως ο Αντόνι Γκαουντί, ο οποίος, ερωτηθείς από τους δημοσιογράφους για τον εξαιρετικά μακρύ χρόνο που έπαιρνε η ολοκλήρωση της Βασιλικής της Φαμίλια Σαγράδα, απάντησε μετά λόγου γνώσεως: «Ο πελάτης μου έχει όλο τον χρόνο στη διάθεσή του»…
Αλέξης Τσίπρας
Θα μπορούσε ίσως λοιπόν, με ελάχιστη δόση υπερβολής και χωρίς να γίνεται κάποια σύγκριση των δύο πολιτικών, που θα ήταν ασφαλώς αφ’ εαυτής βέβηλη, να θεωρήσει κάποιος πως και για τον τότε μόλις σαραντάχρονο πολιτικό ίσχυε αυτό που έγραψε για τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Γεώργιος Βλάχος ή ΓΑΒ στην Καθημερινή […]:
«Εν έθνος ολόκληρον, χωρίς να τον γνωρίζη, τον είχε πιστεύσει, χωρίς να τον ακούση [«σοβαρολογούντα», θα πρόσθετα, κάνοντας προσαρμογή του κειμένου στα προσήκοντα για τον Τσίπρα], τον είχε ζητωκραυγάσει, χωρίς να τον ιδή αποβιβαζόμενον εις τον Πειραιά είχε στήσει μέχρις Αθηνών τάπητα πλούσιον, τον οποίον είχε υφάνει από τα ελαττώματά του, τους έρωτάς του … διά να πατήση αυτός. Και επάτησε. Υπ’ αυτόν … έκειντο η κατηραμένη συναλλαγή και οι παλαιοί πολιτευταί και η μεμψίμοιρος περί το κατάντημα της Ελλάδος απελπισία»!
Ο ίδιος ο Τσίπρας, πάντως, κατά την πορεία του προς το ύπατο κυβερνητικό αξίωμα λειτούργησε περισσότερο ως όχημα της -κατά τα προλεχθέντα χωρίς αυτοκριτικό περιεχόμενο ή αυτογνωσία- κοινωνικής οργής παρά ως έκφραση οποιασδήποτε στιβαρής ή, έστω, προσγειωμένης και λογικής προσέγγισης της πραγματικότητας.
Συνακόλουθα, ανέλαβε τις κυβερνητικές ευθύνες αυτοϋπονομευμένος από τον ακραίο μαξιμαλισμό των προσδοκιών που, κυρίως με το αποκληθέν «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», είχε ο ίδιος εκθρέψει. Επίσης, από τη γενικότερη «αυτομεθυστική» ρητορική που διαρκώς παρήγε όλα τα χρόνια της κρίσης, καθώς και από τους -προεκλογικώς αγνοηθέντες- διεθνείς αλλά και εγχώριους συσχετισμούς δύναμης της εποχής.
Κυριάκος Μητσοτάκης
Προφανής είναι η αναπτυξιακή ώθηση που έδωσε στην εθνική οικονομία. Μάλιστα είναι επαινετέος και για τη, σχετική έστω, δημοσιονομική υγεία που φαίνεται προς ώρας να διασφαλίζει στη χώρα. (Παρά κάποιες μάλλον άφρονες παροχές, κυρίως σε προνομιούχες κατηγορίες κρατικοδίαιτων […], αλλά και τη δημιουργία κοστοβόρων και αποδειχθέντων πλήρως άχρηστων θεσμών, ενίοτε προϊόντων ιδεοληψίας, όπως π.χ. η «πανεπιστημιακή αστυνομία»). Τα εν λόγω αναμφίλεκτα επιτεύγματα ασφαλώς αναβάθμισαν και τη δανειοληπτική ικανότητα της πατρίδας μας, με αποδεκτά μάλιστα επιτόκια, ως χώρας φερέγγυας και αξιόχρεης: κυρίως λόγω των επιτευχθέντων ρυθμών ανάπτυξης -το 2022 και το 2023 το περιοδικό Economist υπήρξε διθυραμβικό για τη χώρα μας-, του γενικότερου δυναμισμού της οικονομίας, και της έγκαιρης, ενίοτε και πρόωρης, εξόφλησης των δόσεων των χρεών μας.
Κωνσταντίνος Καραμανλής
Έκανε τη σχεδόν υπερβατική σύλληψη του προσανατολισμού της χώρας προς τη Δύση, ιδίως δε την ευρωπαϊκή εκδοχή της Δύσης, την τότε ΕΟΚ, πολιτική σύλληψη την οποία υπηρέτησε με αταλάντευτη προσήλωση. Κατάφερε, δε, μέχρι τη σχετικώς πρόσφατη ένταξη της Κροατίας, η Ελλάδα να αποτελεί τη μοναδική διεύρυνση της ΕΟΚ/ΕΕ με μία μόνο χώρα… Επίτευγμα, που σήμερα θεωρείται δεδομένο, αλλά μόνο εύκολο δεν ήταν, αφού ακόμη και στη Γαλλία […] υπήρχαν έντονες φωνές εναντίωσης σε αυτή την επιλογή.
Όλως χαρακτηριστικό γεγονός, από αφήγηση προς τον γράφοντα του τότε διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας Αδαμάντιου Πεπελάση […]: Κάποια στιγμή, λόγω απουσίας του Καραμανλή από την Αθήνα, το κεντρικό «κόκκινο τηλέφωνο» επικοινωνίας του πρωθυπουργού με τους υπουργούς και άλλους σημαντικούς παράγοντες του κράτους, όπως τους ηγέτες των Ενόπλων Δυνάμεων, τους διοικητές των κρατικών τραπεζών κ.λπ., το είχε αναλάβει ο αντιπρόεδρος εκείνο το διάστημα της κυβέρνησης, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου. Επειδή δε ο Κορίνθιος πολιτικός τον ενόχλησε επανειλημμένα και με φορτικότητα για κάποιο ρουσφέτι, ίσως πρόσληψη συμπατριώτισσάς του στην Τράπεζα, ο Πεπελάσης το βράδυ έβγαλε από την μπρίζα το τηλέφωνο, για να κοιμηθεί ήσυχος. Όμως, κατά τις 4.00 π.μ. η σύζυγός του τον ξύπνησε, λέγοντάς του «Διαμαντή, ξύπνα. Έγινε πάλι πραξικόπημα. Το σπίτι μας είναι περικυκλωμένο από περιπολικά»! Πλην όμως συνέβαινε κάτι τελείως διαφορετικό. Προερχόμενος από την Αίγυπτο, επρόκειτο νωρίς το πρωί να κάνει σύντομη στάση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Ρεημόν Μπαρ, ο οποίος, σε αντίθεση προς τον πρόεδρό του, ήταν εξαιρετικά επιφυλακτικός προς την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Και ο Καραμανλής ήθελε την επικουρία του διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας, προκειμένου να πειστεί ο Γάλλος πολιτικός πως η ελληνική είσοδος στην κοινότητα δεν αποτελούσε απειλή για τα συμφέροντα των Γάλλων αγροτών, αφού αυτή η ανησυχία αποτελούσε τη βασική αιτία των επιφυλάξεών του!
Ανδρέας Παπανδρέου
Εισήγαγε τον ισοπεδωτισμό, την αναξιοκρατία και την κατάργηση κάθε αξιολόγησης και κάθε ουσιαστικής εποπτείας σε όλες σχεδόν τις περιοχές του δημόσιου τομέα. (Άλλωστε στο ξεκίνημα της πρώτης κυβερνητικής θητείας του καταργήθηκαν και οι γενικοί διευθυντές, που ήταν οι «κολόνες» του κρατικού οικοδομήματος, κάτι που ο τότε υπουργός Προεδρίας Μένιος Κουτσόγιωργας χαρακτήρισε με τη φράση: «αυτή είναι η αλλαγή εδώ και τώρα»! Ενώ επίσης καταργήθηκαν οι επιθεωρητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που ήταν κάτι ανάλογο για το εκπαιδευτικό σύστημα…)
[…]
Με την αναγνώριση του θράσους ως αξίας, την υπονόμευση της απαιτητικής παιδείας και άλλες ανάλογες νοοτροπίες και πρακτικές, αποσάθρωσε το σύστημα αξιών επί των οποίων είχε βασιστεί η ελληνική κοινωνία από της συστάσεως του ανεξαρτήτου
κράτους μας˙ αλλά και υπονόμευσε καίρια την εργασιακή ηθική του Έλληνα. […] αλλοίωσε το DNA του λαού μας […]
Κώστας Σημίτης
Ούτε ο άλλοτε καθηγητής της Παντείου υπήρξε, ως πρωθυπουργός, άσπιλος, άμωμος ως προς τα πάντα, αναμάρτητος και άμοιρος ευθυνών για τις ελληνικές πολιτικοκοινωνικές παθογένειες που επιβίωναν επί των ημερών του. Ειδικότερα:
Ανέχτηκε πολλή, ευρέως δε γνωστή ήδη τότε, διαφθορά στον κύκλο των πολύ στενών, ενίοτε και των άμεσων, προσωπικών συνεργατών του… Και όχι μόνο τη διαφθορά, αλλά και την ακραία αλαζονεία της εξουσίας: Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Μίμης Ανδρουλάκης, το τι ώρα θα ξεκινούσε Κυριακή βράδυ ή Δευτέρα πρωί το αεροπλάνο της Ολυμπιακής από Θεσσαλονίκη για Αθήνα επί της ουσίας εξηρτάτο αποκλειστικά από την ώρα που θα τέλειωνε το βραδινό γλέντι του ή, αντιστοίχως, θα ξυπνούσε το πρωί ο Άκης Τσοχατζόπουλος!
Επίσης, δεν άντεξε το πολιτικό κόστος της εξυγίανσης του ασφαλιστικού συστήματος, ίσως διότι έκανε το σφάλμα να το ανοίξει παράλληλα με το μέτωπο προς την εκκλησία του -οιονεί «πολιτικού»- αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου για το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Δεν τόλμησε καν να παρουσιάσει και να εξηγήσει στον λαό με ενάργεια τα πραγματικά δημοσιονομικά δεδομένα του κράτους. Ουσιαστικά δε τότε, διά της υποχώρησης/υπαναχώρησης από τη γενναία πρωτοβουλία του, φάνηκε να αποδέχεται τη βεβαιότητα ή έστω την υψηλή πιθανότητα της χρεοκοπίας της χώρας…
Ακόμη, η εκ μέρους του διαχείριση του «χρηματιστηριακού παραληρήματος» της κοινωνίας υπήρξε τουλάχιστον μη χαρακτηριζόμενη από ιδιαίτερη υπευθυνότητα και παιδαγωγική διάθεση. Θα μπορούσε να πει κάποιος μέχρι και πως υποδαύλισε το σχετικό κλίμα ευφορίας, προκειμένου να διευκολυνθεί η νίκη του στις εκλογές του 2000, η οποία εν τέλει υπήρξε όλως οριακή.
Τέλος, με το πολύ μεγάλο ασφαλώς ελαφρυντικό της ευθύνης της οργάνωσης των Ολυμπιακών αγώνων και της χρηματοδότησης των αναγκαίων έργων υποδομής, δεν ανέκοψε ουσιωδώς, παρά τους σημαντικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς που αναμφίβολα επιτεύχθηκαν επί των ημέρων του, τον ρυθμό αύξησης του δημοσίου χρέους, ούτε καν ως ποσοστό του ΑΕΠ˙ ιδίως κατά τη δεύτερη και λιγότερο επιτυχημένη τετραετία του.
Κωνσταντίνος Καραμανλής
[…] και στην εσωτερική πολιτική εν πολλοίς αρίστευσε ο, κατά τον πάγιο προδικτατορικό χαρακτηρισμό της εφημερίδας Εστία, «χωρικός από το Κιουπκιόι»: Αριστοτεχνική υπήρξε η εκ μέρους του διαχείριση και επίλυση του πολιτειακού ζητήματος, το οποίο είχε ταλαιπωρήσει και ταλανίσει την πολιτική ζωή της χώρας, τουλάχιστον από το 1915˙ αφότου δηλαδή οι συνθήκες του Εθνικού Διχασμού -ανεξαρτήτως δε του δικαίου ή του άδικου, σε επίπεδο θεσμικό, διεθνοπολιτικό και εσωτερικής πολιτικής, καθενός εκ των πρωταγωνιστών του- είχαν στερήσει στον μοναρχικό θεσμό, ειδικότερα δε στη βασιλεύσασα δυναστεία, τον υπερκομματικό χαρακτήρα που είναι απαραίτητος για να μπορεί ένας κληρονομικός ανώτατος άρχων να επιτελεί τον ρόλο του κατά τον προσήκοντα στο κοινοβουλευτικό σύστημα τρόπο.[…]
Ωστόσο κάποιοι -μάλιστα όχι αντικαραμανλικοί, για παράδειγμα και ο μετέπειτα υπουργός Οικονομικών σε κυβέρνηση του δεύτερου Καραμανλή Γιώργος Αλογοσκούφης- αναφέρουν, επίσης προς μομφή του μεγάλου Μακεδόνα πολιτικού, το ρεύμα κρατικοποιήσεων, το οποίο από κάποιους απεκλήθη «σοσιαλμανία», σφράγισε δε τις μεταδικτατορικές κυβερνήσεις του. Κρατικοποιήσεις πρωτίστως μεγάλων χρηματοπιστωτικών αλλά και συγκοινωνιακών/μεταφορικών οργανισμών, με πλέον εμβληματικές εκ των αναφερόμενων περιπτώσεων την Εμπορική Τράπεζα του Στρατή Ανδρεάδη -στην οποία καταλογίστηκε πολύ επιλεκτική, μη προάγουσα την ανάπτυξη της χώρας, χρηματοδότηση επιχειρήσεων- και την Ολυμπιακή του Αριστοτέλη Ωνάση˙ επιλογές, οπωσδήποτε, αμφότερες με αμφιλεγόμενα τόσο κίνητρα όσο και αποτελέσματα, ειδικά δε για την Εμπορική Τράπεζα και με σαθρή πιθανόν νομική βάση.
Ανδρέας Παπανδρέου
Όλα αυτά αναμφιβόλως υπονόμευσαν βάναυσα τη δημοσιονομική υγεία της χώρας. Είχαν, δε, σημαντική, κατά την κρίση μου, συμβολή στην ουσιαστική πτώχευση των αρχών της δεκαετίας του 2010, επί των πρωθυπουργικών ημερών του γιου του, αφού, ως γνωστόν, «αμαρτίαι γονέων…». [Ίσως δεν είναι τυχαίο πως στις δύσκολες ημέρες του 2011 ο Γιώργος Παπανδρέου επέλεξε την 30ή επέτειο της πρώτης εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ, εκείνης της 18ης Οκτωβρίου 1981, για να ασκήσει, με άρθρο του στην Καθημερινή, μια συνολική (αυτο)κριτική για τη διαχρονική πολιτική του «Κινήματος». Εκεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα κατήγγελλε την ενδοτικότητα προς τις συντεχνίες, την πρόταξη του ειδικού συμφέροντος έναντι του γενικού καλού, τις πελατειακές δομές, την ανοχή στην ανομία, την παραοικονομία και τον κρατισμό!]
Κώστας Καραμανλής
Πάντα ξεχώριζε ως εξαιρετικά χαριτωμένο άτομο, με πολλά στοιχεία ανθρώπινης ποιότητας: προσηνής, ανεπιτήδευτα απλός, βαθιά δημοκρατικός, ευφυής, ελκυστικός, γοητευτικός ως χαρακτήρας, μοναδικός ως παρέα. Επίσης, δε, χωρίς την οποιαδήποτε έπαρση για το βαρύ του όνομα. Το τελευταίο δεν είναι ούτε εύκολα διαχειρίσιμο ούτε αυτονόητο, οπωσδήποτε δε δεν ήταν τότε ο κανόνας, για όλους εκείνους που ο Γεώργιος Παπανδρέου πιθανότατα θα είχε τάση να αποκαλέσει «αχθοφόρους μεγάλου ονόματος».
[Αυτό μπορεί να αναδειχθεί από κάποια a contrario παραδείγματα. Χαρακτηριστικά:
[…]
Θυμάμαι λοιπόν ακόμη τη σκηνή με τον Μιχάλη Λιάπη να χαιρετά τους συγκεντρωμένους υψώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό, και τα μεγάφωνα συνεχώς να κραυγάζουν: «Και τώρα θα σας μιλήσει ο ανιψιός του Εθνάρχη»! Το επανέλαβαν τόσο πολλές φορές που, προφανώς εκνευρισμένος, ο επίσης τότε υποψήφιος βουλευτής της Β΄ Αθηνών Μάκης Γιακουμάτος, όταν διαδέχτηκε στο βήμα τον «ανιψιό του Εθνάρχη», ξεκίνησε τη δική του ομιλία με τις λέξεις: «Τώρα θα σας μιλήσει ο γιος της Κυρα-Παναγιώταινας, της παγοπώλισσας»… […] ]
Παράλληλα, αν και μόλις 40χρονος όταν ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, υπήρξε αναμφίβολα επιτυχής ως αρχηγός κόμματος: ικανός να διεγείρει πλήθη και να κολακεύει τον κομματικό πατριωτισμό, χωρίς να παράγει ακραίο παραταξιακό
φανατισμό ή να ενδίδει στον εκχυδαϊσμό των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Μάλλον τον πολιτικό πολιτισμό υπηρέτησε με συνέπεια και ευσυνειδησία. Θυμάμαι, π.χ., πόσο έντονα «έβαλε πάγο» σε στενούς συνεργάτες του, που προσπάθησαν να αναδείξουν, να αξιοποιήσουν πολιτικά και να διακωμωδήσουν τα κραυγαλέα γλωσσικά ατοπήματα του αντιπάλου του, Γιώργου Παπανδρέου, στη μεταξύ τους προεκλογική τηλεμαχία, όπως π.χ. το «μηδέν εις το πηλήκιον», «πάση Θεού» κ.λπ.
[…] ο τότε πρωθυπουργός, καθώς και ο υπουργός του επί των Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος, είχαν διαβεβαιώσει τους Έλληνες ότι είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για την αντιπυρική θωράκιση της χώρας κατά την περίοδο του θέρους. (Φαίνεται πως με τις θωρακίσεις και τις θωρακισμένες καταστάσεις ο Καραμανλής δεν ήταν ιδιαίτερα τυχερός…) […
Ωστόσο…[…]
Υπήρξε, πιστεύω, ο πρωθυπουργός της απραξίας. Και σε διαχειριστικά ζητήματα και σε θέματα -μη- προώθησης απαραίτητων θεσμικών μεταρρυθμίσεων. […]
Το μη αμφισβητήσιμο είναι πάντως πως στην εσωτερική πολιτική, ως κυβερνήτης και πηδαλιούχος του εθνικού σκάφους, υπηρέτησε πιθανόν όσο κανένας άλλος τη λογική της «χαζοχαρούμενης δημοσιονομίας» […] θα έπρεπε να δουν το «φως του ήλιου» και τα «γαλάζια παιδιά» […].
Κυριάκος Μητσοτάκης
Επί των ημερών Μητσοτάκη, ιδίως κατά την πρώτη τετραετία, επανειλημμένα η Ελλάς λειτούργησε ως παίκτης και όχι ως παίγνιο του διεθνούς συστήματος… Ως σθεναρός διαμορφωτής των εξελίξεων και όχι ως ασθενής προς εισαγωγή στο χειρουργείο… Ως παρεμβαίνων ή προτείνων λύσεις στην κοινότητα και όχι ως πρόβλημα προς επείγουσα διαχείριση… Ως ικανός να επηρεάσει εξελίξεις παράγων και όχι ως ικέτης παραγωγός δυσλειτουργιών
[…]
Η ταύτιση προεδρικής και κυβερνητικής πλειοψηφίας συνιστά επιλογή η οποία -πέραν του ότι συνιστά έκπτωση και οπισθοδρόμηση στο μεταπολιτευτικό κεκτημένο συναίνεσης επί θεσμικών ζητημάτων- μικραίνει πολιτικά τον αρχηγό του κράτους.
[…]
Αυτό πλέον του ότι η νεοεισαχθείσα θεσμική αρχιτεκτονική, σε συνδυασμό με την διαμορφωμένη εκλογική αριθμητική και τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς που αυτή παρήγαγε, αλλά και την πρακτική που εφαρμόζεται, οδηγούν στο πιο συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας που γνώρισε ποτέ η χώρα μας στις δημοκρατικές περιόδους της διακυβέρνησής της. Αφού από μόνη ουσιαστικά τη βούληση του πρωθυπουργού -λειτουργούντος ως «αιρετού απόλυτου μονάρχη»- εξαρτώνται πλέον […]
[Η] χαρακτηρολογική έπαρση, το στοιχείο αυτό της προσωπικότητάς του φαίνεται πως κατέστη πιο έντονο στην πορεία του χρόνου. […] Χαρακτηριστικό είναι επίσης πως κάποια στιγμή, αγορεύοντας στη Βουλή, «κατηγόρησε» τον Αλέξη Τσίπρα για μη τη φοίτησή του σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, «αν και είχε την οικονομική δυνατότητα»˙ λες και οι δύο ήταν ανταγωνιστές για έδρα στην Ακαδημία Αθηνών! Κάτι που επέτρεψε στον τότε πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, σε άλλη συγκυρία, να τον διορθώσει -εικάζω: μετά από παρέμβαση κάποιου συμβούλου του- πως δεν ήταν ο
Ρουσσώ, αλλά ο Μοντεσκιέ που θεμελίωσε τη θεωρία της διάκρισης των εξουσιών. Ενώ όταν ο ηγέτης της βασικής κομματικής έκφρασης της ελληνικής συντηρητικής παράταξης διέπραξε πρόσφατα δύο γλωσσικά ατοπήματα -γράφοντας στο βιβλίο επισκεπτών του Αγίου Όρους […]- στο διαδίκτυο έγινε κυριολεκτικά «πάρτι».
Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα ή το «άθλημα» της ταπεινότητας, τουλάχιστον της ταπεινοφροσύνης.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr