The Yogurt Shop Murders: Πώς μετατρέπεται ένα φρικτό αληθινό έγκλημα σε μια ευαίσθητη true crime σειρά
Η δολοφονία τεσσάρων έφηβων κοριτσιών μετατρέπεται σε μια στοχαστική σειρά που αναστοχάζεται το έγκλημα και εξετάζει τη φύση του είδους
Η δολοφονία τεσσάρων έφηβων κοριτσιών μετατρέπεται σε μια στοχαστική σειρά που αναστοχάζεται το έγκλημα και εξετάζει τη φύση του είδους
Το 1991, τέσσερα έφηβα κορίτσια βρέθηκαν βάναυσα δολοφονημένα σε ένα παγωτατζίδικο στο Όστιν του Τέξας. Τα πτώματά τους είχαν αφεθεί να καούν σε μια φωτιά που κατέστρεψε και το μεγαλύτερο μέρος των αποδεικτικών στοιχείων. Δύο από τα κορίτσια εργάζονταν στο κατάστημα frozen yogurt όπου συνέβη το έγκλημα.
Η υπόθεση σημάδεψε ανεξίτηλα την τοπική κοινότητα. Δεν ήταν μόνο η ωμή βία που σόκαρε, αλλά και ο τρόπος που οι κάτοικοι συσπειρώθηκαν γύρω από τις οικογένειες των θυμάτων. Πορείες, πανό, αφίσες, κονκάρδες, κούπες – όλα με το ίδιο ερώτημα που μένει μέχρι σήμερα αναπάντητο: «Ποιος σκότωσε αυτά τα κορίτσια;».
Ακόμα και τραγούδι γράφτηκε, με τίτλο We Will Not Forget – δεν θα ξεχάσουμε. Η Μπάρμπαρα Άιρς-Γουίλσον, μητέρα δύο εκ των θυμάτων, δηλώνει σε παλιό βίντεο: «Οι Αμερικανοί, έτσι πενθούμε. Πρέπει να κάνουμε ευκαιρία μάρκετινγκ τα πάντα».
Η δήλωση, παρά την ειρωνεία, φανερώνει την ανάγκη κατανόησης και ελέγχου σε μια κατάσταση πλήρους αδυναμίας. Αυτή η ματιά χαρακτηρίζει και την τετράωρη σειρά ντοκιμαντέρ The Yogurt Shop Murders, σε σκηνοθεσία της Μάργκαρετ Μπράουν.
Η σειρά του HBO είναι συνταρακτική, όχι μόνο για τη φρίκη του εγκλήματος, αλλά και γιατί εστιάζει στον βαθύ ψυχικό τραυματισμό των οικογενειών και της κοινότητας. Παράλληλα, εξετάζει πιο ευρύτερα θέματα: τις αδικίες ενός συστήματος δικαιοσύνης που βασίζεται σε καταναγκαστικές ομολογίες και τη φύση του ίδιου του true crime αφηγήματος – το οποίο συχνά γίνεται φετιχοποίηση του τρόμου.
Η Μπράουν, γνωστή για την ανθρωποκεντρική της προσέγγιση στο βραβευμένο Descendant, εξηγεί ότι δεν την τράβηξε το «true crime στοιχείο» της υπόθεσης, αλλά το ότι η ιστορία ήταν τόσο προσωπική.
Ζει στο Όστιν, προέρχεται από τη Μομπίλ της Αλαμπάμα, και όταν έγινε το έγκλημα, ήταν περίπου στην ίδια ηλικία με τα θύματα: την Ελάιζα Τόμας (17), την Τζένιφερ Χάρμπισον (17), την αδελφή της Σάρα (15) και τη φίλη τους Έιμι Άιερς (13).
Πολλοί φίλοι της Μπράουν γνώριζαν τα κορίτσια ή ήταν στην ίδια μαζορευτική ομάδα. Η υπόθεση παραμένει ζωντανή στη μνήμη της τοπικής κοινωνίας – όπως και οι πολιτισμικές εντάσεις της εποχής: μια πόλη γεμάτη «καουμπόηδες και αντικουλτουριάρηδες», όπως λέει η σκηνοθέτρια. Η ιδέα της σειράς, ωστόσο, άλλαξε μετά την πρώτη συνέντευξη με τις οικογένειες. «Ένιωσα τον πόνο τους βαθιά», λέει.
Ο Σον, μεγαλύτερος αδελφός της Έιμι Άιερς, μίλησε με απόγνωση για το πώς οι αναμνήσεις της μικρής του αδελφής άρχιζαν να ξεθωριάζουν – η φωνή της, η μορφή της, η παρουσία της. «Ήξερα τότε ότι δεν μπορώ να το χαλάσω αυτό. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι στιλιζαρισμένο, κουλ. Έπρεπε να βρω το ανθρώπινο νήμα. Το πώς οι άνθρωποι αντέχουν την απώλεια. Αυτό είναι κάτι που μας αφορά όλους».
Η σειρά ασχολείται και με τη δύναμη – και τον κίνδυνο – της αφήγησης. Η Άιρς-Γουίλσον αναφέρει πως ένιωσε πραγματικά την απώλεια, μόνο όταν αναγκάστηκε να ανακοινώσει στους δικούς της τι είχε συμβεί. Με τα χρόνια, οι οικογένειες συνέχιζαν να μιλούν δημόσια, για να κρατούν ζωντανή τη μνήμη των παιδιών – και την αναζήτηση δικαιοσύνης.
Η Σονόρα, μικρότερη αδελφή της Ελάιζα, που μεγάλωσε με τη σκιά της τραγωδίας, προσφέρει μια απρόσμενη υπεράσπιση του true crime ως είδους: «Αυτό το παράξενο είδος δεν είναι απλώς τροφή για περίεργους. Είναι και ένα μέσο για τα θύματα να πουν μια ιστορία που κανείς άλλος δεν θέλει να ακούσει».
Η Μπράουν προσθέτει ότι το κοινό του true crime είναι κυρίως γυναίκες – ίσως επειδή επεξεργάζονται δικούς τους φόβους. «Για κάποιους είναι παιχνίδι: “μπορώ να το λύσω;”. Για τις γυναίκες όμως είναι κάτι πιο βαθύ, πιο ενστικτώδες».
Η ίδια όμως θέλει να δείξει και τις σκοτεινές πλευρές: τη χρήση της αφήγησης από την αστυνομία, για να αποσπάσει ομολογίες. Ο Ρόμπερτ Σπρίνγκστιν, που καταδικάστηκε αρχικά για το έγκλημα, αναγκάστηκε να ομολογήσει – μια ομολογία που τελικά κατέρρευσε. Η σειρά αποκαλύπτει πώς οι ανακριτές διαμόρφωναν σενάρια και πίεζαν τους υπόπτους να τα «γεμίσουν».
Σε αυτές τις σκηνές, η Μπράουν και ο μοντέρ της, Μάικλ Μπλοχ, χρησιμοποιούν σχεδόν σουρεαλιστική προσέγγιση, εμπνευσμένη από τον Ντέιβιντ Λιντς – φέρνοντας στο προσκήνιο το εύθραυστο και παραπλανητικό της μνήμης.
«Δεν μπορείς να κάνεις μια σειρά σαν αυτή χωρίς να σκεφτείς τις δικές σου αναμνήσεις. Είναι αληθινές; Είναι αυτό που θες να είναι αληθινό;».
Η Μπράουν λέει ότι πάντα την ενδιέφερε η πολυπλοκότητα – πώς κάτι μπορεί να είναι λυτρωτικό και ταυτόχρονα παγίδα. «Η μνήμη είναι το τέλειο παράδειγμα. Μπορεί να είναι καταφύγιο. Ή να γίνει παγίδα».
Πηγή: theguardian
ολες οι ειδησεις
- Η εξεταστική του ΟΠΕΚΕΠΕ ως φάρσα
- Κλόε Καρντάσιαν: Επιβεβαίωσε ότι έχει να κάνει σεξ τέσσερα χρόνια
- Ο Τίμοθι Σαλαμέ κλείνει το μάτι στις φήμες
- Λάρνακα: Η ιστορία της κυπριακής πόλης που θα γίνει η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης
Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr