current views are: 1334

9 Αυγούστου 2023
Δημοσίευση: 21:00'

Θεόφιλος Σεχίδης: Ο «σφαγέας της Θάσου» – Ο φοιτητής της Νομικής που ξεκλήρισε πέντε άτομα της οικογένειάς του

Τα πρωτοσέλιδα της εποχής κάνουν λόγο «serial killer» ,«το γιο του Φρανκεστάϊν», «κανίβαλο» , «μακελάρη»

Επιμέλεια: Γιάννης Μαρκούτης
Δημοσίευση: 21:00’
Θεόφιλος Σεχίδης
Επιμέλεια: Γιάννης Μαρκούτης

Τα πρωτοσέλιδα της εποχής κάνουν λόγο «serial killer» ,«το γιο του Φρανκεστάϊν», «κανίβαλο» , «μακελάρη»

8 Αυγούστου 1996: Η Ελλάδα παγώνει  όταν γίνεται γνωστό ότι οι αρχές έχουν συλλάβει τον 24χρονο φοιτητή Νομικής Θεόφιλο Σεχίδη ως τον άνθρωπο που δολοφόνησε πέντε μέλη της οικογένειάς του στη Θάσο:

Τον πατέρα του,  τη μητέρα του, την αδερφή του , τη γιαγιά του και το θείο του. Τους σκότωσε, τους τεμάχισε και τους πέταξε στο σκουπιδότοπο της Καβάλας.

Η αποκάλυψη της σφαγής

Το μακελειό γίνεται στις 19  και  20 Μαΐου  1996  και αποκαλύπτεται δύομιση μήνες μετά, όταν η  σύζυγος του θείου του που ζει στο Βέλγιο,  καταγγέλλει στις αρχές την εξαφάνισή του όπως και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας.Ο μόνος που επικοινωνεί μαζί της είναι ο ανιψιός της ο οποίος της λέει ότι  οι γονείς του με την αδερφή του είναι στη Γερμανία για ιατρικούς λόγους και ότι ο άντρας της είναι σε διακοπές.

Η θεία ταξιδεύει στην Ελλάδα αρχές Ιουλίου και πηγαίνει στη Φλώρινα. Ο ανιψιός της πηγαίνει να τη συναντήσει και «παίζει θέατρο» μην μπορώντας να δώσει πειστικές απαντήσεις για το που βρίσκονται οι δικοί του. Η θεία αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά  και λίγες ημέρες μετά, συγκεκριμένα στις 21 Ιουλίου, οι αρχές θα βρουν στο αυτοκίνητό του μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια.

Αν και θα καταδικαστεί θα πάρει τριετή αναστολή και θα αφεθεί ελεύθερος καθώς είχε λευκό ποινικό μητρώο. Είναι όμως το στοιχείο που έχουν πια οι αρχές στη διάθεσή τους για να τον βάλουν στο κάδρο των υπόπτων. Επιπλέον όσες φορές τον καλούσαν για κατάθεση έπεφτε σε αντιφάσεις.

«Ήθελαν να με σκοτώσουν…»

Τον Αύγουστο θα τον συλλάβουν και θα τον οδηγήσουν στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης όπου θα ομολογήσει το έγκλημα του …Γιατί τον ρωτούν οι αστυνομικοί ;

«Ήθελαν να με σκοτώσουν. Υπήρχε συνωμοσία σε βάρος μου .» ήταν η απάντησή του.

Στην κατάθεσή του θα περιγράψει καρέ καρέ πως σκότωσε τον έναν μετά τον άλλο. Μία κατάθεση που ανατρίχιασε αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Ο φοιτητής της Νομικής βρίσκεται στην πόλη που σπουδάζει την Κομοτηνή όταν δέχεται ένα τηλεφώνημα από την οικογένειά του προκειμένου να συζητήσουν.

Ο πρώτος που σκοτώνει είναι  ο θείος του :

«Από την πρώτη στιγμή που έφτασα στη Θάσο κατάλαβα ότι όλοι ήταν αρνητικοί απέναντι μου και η ατμόσφαιρα επιβαρυμένη. Ειδικότερα ήθελαν να κουρευτώ και να ξυριστώ, να σταματήσω τη ζωγραφική και τη μουσική, όμως εγώ καταλάβαινα πως όλα αυτά ήταν πρόφαση για να με βγάλουν από τη μέση και ότι η ζωή μου απειλείται άμεσα από μια συνωμοσία που έστησαν οι παραπάνω συγγενείς μου εις βάρος μου. Επιβεβαίωση της σε βάρος μου συνωμοσίας ήταν το ότι από το δωμάτιο μου είχαν αφαιρέσει όλα τα έργα ζωγραφικής μου, ακόμα και διατριβές μου πάνω στη φυσική.

Στις 19 Μαΐου του ’96 και περί ώρα 4:30 το μεσημέρι ξεκινήσαμε με το θείο μου, μετά από πρόταση του, να πάμε μια βόλτα στο αρχαίο θέατρο Θάσου και στην ακρόπολη. Επειδή κατάλαβα ότι ήθελε να με πάει εκεί για να με σκοτώσει πήρα μαζί μου ένα ψαλίδι για άμυνα. Ανάμεσα στο θέατρο και την ακρόπολη υπάρχει ένα τμήμα αρχαίου τείχους. Ενώ βρισκόμασταν στη γωνία του τείχους, ύστερα από λογομαχία, τον έσπρωξα, όταν πήγε να με χτυπήσει με πέτρα, και έπεσε στο κενό ύψους περίπου δέκα μέτρων. Κατέβηκα να δω από κοντά πώς είναι. Διαπίστωσα ότι ήταν ετοιμοθάνατος και για να μην υποφέρει, με το ψαλίδι που είχα μαζί μου, του έκοψα τον λαιμό και τον έκρυψα σε κάτι θάμνους που υπήρχαν τριγύρω. Περί τις 6:30 έφυγα από το σημείο για να γυρίσω στο σπίτι.

Επειδή γνώριζα ότι όλοι οι άλλοι με περίμεναν στο σπίτι για να με σκοτώσουν, πριν πάω σε αυτό, πέρασα από το κατάστημα Αχεσόρι και αγόρασα, με χρήματα που είχα μαζί μου, ένα μονόκανο κυνηγετικό όπλο για την άμυνα μου.  Μαζί με το όπλο αγόρασα και δύο κουτιά φυσίγγια των πέντε φυσιγγίων το καθένα, μονόβολα. Αφού αγόρασα το όπλο πήγα στο κτήμα μας στην Αγία Μαρία, που έχουμε διάφορα εργαλεία σε μια καλύβα, και έκοψα την κάνη και το κοντάκι με πριόνι που είχα αγοράσει από το ίδιο μαγαζί που αγόρασα το όπλο. Τα κομμάτια της κάνης και του κοντακίου που έκοψα τα πέταξα στην πάνω πλευρά του κτήματος όπου ίσως είναι ακόμα.

Γύρισα στο σπίτι όπου δεν ήταν κανένας και έκρυψα το όπλο στο δωμάτιο μου. Περί τις 7:30 ήρθε στο σπίτι ο πατέρας μου, μόνος του. Λογομαχήσαμε στο διάδρομο και όταν απομακρύνθηκε πήγα το όπλο στην τουαλέτα γιατί ήμουν σίγουρος ότι πήγε να πάρει κάποιο όργανο για να με σκοτώσει. Πράγματι ερχόταν, με μαχαίρι που το είχε στην τσέπη του, και μου είπε ότι θα πάει στην τουαλέτα και μετά θα μιλήσουμε. Πριν μπει στην τουαλέτα πήρα το όπλο από την τουαλέτα, που ήταν γεμάτο, χωρίς να με δει και τον περίμενα να βγει. Βγαίνοντας μου επιτέθηκε με μαχαίρι και εγώ του έριξα στο κεφάλι από απόσταση περίπου ενός μέτρου ενώ η πλάτη του έβλεπε προς το εσωτερικό της τουαλέτας. Έπεσε κάτω νεκρός και τον έσυρα μέσα στην τουαλέτα όπου και τον άφησα. Η σφαίρα που έριξα στον πατέρα μου, όπως είδα, τρύπησε και την πόρτα.

Μετά από 15 λεπτά ήρθαν η μητέρα μου μαζί με την αδελφή μου. Η αδελφή μου πήγε κατευθείαν στον δωμάτιο της, η δε μητέρα μας ρώτησε πού είναι ο πατέρας και ο θείος μου. Της είπα ότι δεν ξέρω και αυτή έβγαλε μαχαίρι να με χτυπήσει. Εγώ όμως πρόλαβα και έβγαλα ένα μαχαίρι που είχα στην τσέπη μου και της έκοψα τον λαιμό. Η αδελφή μου, που άκουσε τη φασαρία, μου επιτέθηκε με ένα σταχτοδοχείο για να με χτυπήσει στο κεφάλι. Εγώ την έσπρωξα, έπεσε κάτω και πήρα το όπλο που εν τω μεταξύ είχα ξαναγεμίσει μετά τη δολοφονία του πατέρα μου και το είχα αφήσει δίπλα στην κονσόλα στο διάδρομο. Την πυροβόλησα στο στήθος ενώ βρισκόταν στο σαλονάκι. Είδα ότι δεν είχε πεθάνει και αφού γέμισα πάλι το όπλο την πυροβόλησα πάλι στο στήθος. Με τον δεύτερο πυροβολισμό είδα ότι συνέχισε να αναπνέει και τότε της έκοψα την καρωτίδα για να μην τυραννιέται. Μετά από αυτά μετέφερα τη μητέρα μου και τον πατέρα μου στο υπνοδωμάτιο όπου τη μητέρα μου την έβαλα στο κρεβάτι και τον πατέρα μου τον άφησα στα πάτωμα. Την αδελφή μου την έβαλα στο σαλονάκι και σκούπισα τα αίματα στο διάδρομο με πατσαβούρες τις οποίες τις πέταξα στα σκουπίδια.  Όταν έγιναν αυτά τα περιστατικά φορούσα γκρίζο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο με ρίγες που βρισκόταν στη Θάσο στο σπίτι μου. Στη συνέχεια έπεσα για ύπνο.

Την επομένη που πρέπει να είναι 20 Μαΐου του ’96, ξύπνησα περί ώρα 7:30 το πρωί. Δέκα λεπτά αργότερα ήρθε η γιαγιά μου στο σπίτι, χτύπησε το κουδούνι και της άνοιξα την πόρτα. Πριν ανοίξω την πόρτα πήρα μαζί το ίδιο μαχαίρι που είχα χρησιμοποιήσει στις προηγούμενες περιπτώσεις. Όταν μπήκε η γιαγιά μου μέσα λογομάχησα μαζί της επειδή δεν απαντούσα πού είναι οι άλλοι και όταν κινήθηκε για να πάρει ένα μαχαίρι από την κονσόλα της έκοψα τον λαιμό με αποτέλεσμα να πέσει νεκρή. Και τότε τη μετέφερα δίπλα στην αδελφή μου.»

Η περιγραφή για το πως τεμαχίζει τους νεκρούς με ένα κόκκινο αλυσοπρίονο είναι σοκαριστική. Στη συνέχεια και αφού ολοκληρώνει το μακάβριο έργο του θα αγοράσει σακούλες σκουπιδιών και θα μεταφέρει τα μέλη στον σκουπιδότοπο στην Καβάλα. Είναι απόλυτα ψύχραιμος και κινείται από τη Θάσο στην Καβάλα για να πετάξει τα τεμαχισμένα μέλη .

«Συνέχισα να μένω στη Θάσο σκεπτόμενος να παραδοθώ όταν καταλαγιάσει το πράγμα. Αυτά που έκανα δεν τα είπα σε κανέναν, ούτε έχω πει σε κάποιον ότι φοβόμουν μήπως με σκοτώσουν. Θέλω να διευκρινίσω ότι η σφαίρα από τον πρώτο πυροβολισμό της αδελφής μου έκανε τρύπα στο τζάμι του παραθύρου που υπάρχει στο σαλόνι. Ο μπιντές που είναι σπασμένος στο μπάνιο του σπιτιού στη Θάσο είναι σπασμένος από εμένα σε κάποια στιγμή που ήθελα να ξεσπάσω κάπου. Όσα αντικείμενα χρησιμοποίησα για τον τεμαχισμό των πτωμάτων, εκτός από το σιδεροπρίονο που βρέθηκε στο αυτοκίνητο, τα έπλυνα και τα έχω στην αποθήκη του σπιτιού μου στη Θάσο.

Στη γυναίκα του θείου μου Βασίλη, που σκότωσα, όταν μου τηλεφωνούσε της έλεγα ότι είχε φύγει για Ιταλία και ότι η δική μου οικογένεια βρίσκεται στη Γερμανία. Η γυναίκα του θείου μου λέγεται Ελένη. Όσοι με ρωτούσαν που βρίσκεται η οικογένεια μου τους έλεγα ότι για λόγους υγείας της αδελφής μου βρίσκονται στη Γερμανία. Με την οικογένεια δεν είχα διαφορές οικονομικού χαρακτήρα, ούτε κληρονομικά. Στην ανωμοτί κατάθεση μου ανέφερα ότι και τα πέντε θύματα τα έχω πετάξει στον σκουπιδότοπο σκοπεύοντας, όταν θα πάμε επί τόπου να σας πω ότι τον θείο μου τον έχω στη Θάσο και είμαι πρόθυμος να σας υποδείξω το ακριβές σημείο το οποίο άλλωστε τηλεφωνικά υπέδειξα και περιέγραψα μέσω της υπηρεσίας σας σε αστυνομικό του τμήματος Θάσου. Ό,τι έκανα το έκανα εν αμύνη και γι’ αυτό δεν μετανιώνω και ό,τι σας έχω πει είναι αλήθεια πέρα για πέρα. «

Η καταδίκη και ο θάνατος

Τα πρωτοσέλιδα της εποχής κάνουν λόγο «serial killer» ,«το γιο του Φρανκεστάϊν», «κανίβαλο» , «μακελάρη» .

Ο κυνισμός του μπροστά στις κάμερες είναι απίστευτος. Τη στιγμή που  οι αστυνομικοί τον πηγαίνουν για δεύτερη φορά  στη χωματερή  για να βρεθούν τα πτώματα εκείνος θα κάνει δηλώσεις με απόλυτη ψυχραιμία λέγοντας ότι ήταν σε άμυνα όταν τους σκότωσε.

Ο Θεόφιλος Σεχίδης θα καταδικαστεί σε 5 φορές ισόβια και θα εκτίσει  την ποινή του στο Ψυχιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού. Δεν μετάνιωσε ούτε ένα  λεπτό για το έγκλημα που έκανε και στο δικαστήριο θα επιμείνει ότι ήταν σε άμυνα και ότι ήθελαν να τον ξεκάνουν .

Το 2017 θα κάνει αίτηση αποφυλάκισης αλλά θα απορριφθεί από το Συμβούλιο.

Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 θα βρεθεί νεκρός στη  φυλακή. Η αιτία θανάτου ανακοπή καρδιάς. Ήταν 46 ετών  και  είχε μείνει στη φυλακή 23 χρόνια. Κανείς δεν γνωρίζει αν κατάλαβε ποτέ τι έκανε γιατί όπως αποδείχθηκε έπασχε από σχιζοφρένεια.

Έγινε ο άνθρωπος που διέπραξε ένα από τα χειρότερα εγκλήματα όλων των εποχών.


TOP NEWS

uncached