Δημοσίευση:

Το διπλό έγκλημα της Μάνης και η κόρη που φυλακίστηκε άδικα – Η υπόθεση Κατσαφαρέα

Η διπλή δολοφονία στο Νέο Οίτυλο το Μεγάλο Σάββατο του 1990 συγκλόνισε τη Μάνη

Δημοσίευση:
Το διπλό έγκλημα της Μάνης και η κόρη που φυλακίστηκε άδικα – Η υπόθεση Κατσαφαρέα

Η διπλή δολοφονία στο Νέο Οίτυλο το Μεγάλο Σάββατο του 1990 συγκλόνισε τη Μάνη

Μεγάλο Σάββατο 1990, Νέο Οίτυλο Λακωνίας. Μια διπλή δολοφονία συγκλονίζει τη μικρή κοινωνία της Μάνης. Η κόρη των θυμάτων καταδικάζεται σε δις ισόβια ως δράστις του εγκλήματος, όμως χρόνια αργότερα αποκαλύπτεται ότι πίσω από τη δολοφονία βρισκόταν εκτελεστής του διαβόητου «Συνδικάτου του Εγκλήματος». Η υπόθεση Κατσαφαρέα παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δικαστικής πλάνης στην Ελλάδα.

Η νύχτα του εγκλήματος

Ήταν Μεγάλο Σάββατο, 14 Απριλίου 1990, λίγο πριν από τις 9 το βράδυ. Σε λίγες ώρες οι καμπάνες θα χτυπούσαν για την Ανάσταση, όμως στο Νέο Οίτυλο της Μάνης η νύχτα επρόκειτο να στιγματιστεί από ένα έγκλημα που θα συζητιόταν για δεκαετίες.

Ο Παύλος Κατσαφαρέας, 58 ετών, αγροφύλακας στο επάγγελμα, και η σύζυγός του Κανέλλα, 57 ετών, ζούσαν στο διώροφο σπίτι τους, στο ισόγειο του οποίου λειτουργούσαν μια μικρή ταβέρνα. Το σπίτι βρισκόταν λίγα μόλις μέτρα από τη θάλασσα, σε ένα από τα πιο ήσυχα σημεία της μανιάτικης κωμόπολης.

Το ίδιο βράδυ, άγνωστοι εισέβαλαν στο σπίτι και εκτέλεσαν το ζευγάρι με επαγγελματικό τρόπο. Ο Παύλος Κατσαφαρέας βρέθηκε νεκρός μπροστά από την ταβέρνα, ενώ η σύζυγός του εντοπίστηκε λίγα μέτρα πιο μέσα, στην κουζίνα του σπιτιού.

Τα σώματά τους έφεραν τέσσερα τραύματα το καθένα σε καίρια σημεία, από πυροβολισμούς που είχαν γίνει από μικρή απόσταση. Οι ιατροδικαστές διαπίστωσαν ότι οι δράστες χρησιμοποίησαν δύο διαφορετικά όπλα: ένα 45άρι πιστόλι και ένα 38άρι περίστροφο. Οι πυροβολισμοί είχαν γίνει από απόσταση περίπου 80 εκατοστών έως 1,30 μέτρου, κάτι που έδειχνε ότι οι δολοφόνοι είχαν κινηθεί με ακρίβεια και ψυχραιμία.

Η διπλή δολοφονία προκάλεσε σοκ στο χωριό. Για τους κατοίκους της περιοχής, μια τέτοια πράξη βίας ήταν σχεδόν αδιανόητη.

Οι πρώτες εκτιμήσεις των αρχών

Οι ιατροδικαστές Φίλιππος Κουτσαύτης και Μανώλης Νόνας κατέληξαν γρήγορα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για εκτέλεση από επαγγελματίες δολοφόνους. Η χρήση δύο όπλων, η ταχύτητα των πυροβολισμών και η ακρίβεια των χτυπημάτων παρέπεμπαν σε δράστες με εμπειρία σε συμβόλαια θανάτου.

Ωστόσο, παρά αυτή την εκτίμηση, η έρευνα της Αστυνομίας δεν επικεντρώθηκε σε οργανωμένο έγκλημα. Στην μικρή κοινωνία της Μάνης άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για οικογενειακές διαφορές και διαμάχες γύρω από την περιουσία της οικογένειας.

Οι ψίθυροι αυτοί σύντομα θα επηρέαζαν καθοριστικά την πορεία της έρευνας.

Η κόρη στο στόχαστρο

Λίγες ώρες μετά τη δολοφονία, η μεγαλύτερη κόρη του ζευγαριού, Σταυρούλα Κατσαφαρέα, έφτασε στο σπίτι των γονιών της και αντίκρισε τα πτώματα. Ήταν εκείνη που ειδοποίησε την Αστυνομία.

Σύντομα όμως οι υποψίες στράφηκαν εναντίον της. Συγγενείς και χωριανοί υποστήριξαν ότι υπήρχαν εντάσεις στην οικογένεια και ότι το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις της με τους γονείς της δεν ήταν καλές. Παράλληλα, αναφέρθηκαν διαφωνίες γύρω από την κληρονομιά του σπιτιού και της επιχείρησης.

Παρά το γεγονός ότι η Σταυρούλα Κατσαφαρέα δήλωνε ότι το βράδυ της δολοφονίας βρισκόταν στο σπίτι της στην Αρεόπολη, όπου έκανε Ανάσταση μαζί με την αδελφή της Μαρία και τον σύζυγό της Αντώνη Τσατσούλη, οι αρχές στράφηκαν εναντίον της.

Η Ασφάλεια θεώρησε ότι το όπλο που κατείχε ο πατέρας της θα μπορούσε να συνδέεται με το έγκλημα. Η δικογραφία έκλεισε σε βάρος της και η γυναίκα προφυλακίστηκε.

Η καταδίκη

Τον Νοέμβριο του 1991, η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Τρίπολης. Παρά την απουσία σαφών αποδεικτικών στοιχείων, το δικαστήριο έκρινε τη Σταυρούλα Κατσαφαρέα ένοχη για τη δολοφονία των γονιών της.

Η ποινή ήταν εξαιρετικά βαριά: δύο φορές ισόβια κάθειρξη.

Η απόφαση βασίστηκε κυρίως σε μαρτυρικές καταθέσεις που εξέφραζαν εκτιμήσεις και υποψίες, χωρίς να παρουσιάζουν συγκεκριμένα στοιχεία που να τη συνδέουν άμεσα με το έγκλημα.

Η γυναίκα οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, όπου θα παρέμενε για σχεδόν πέντε χρόνια.

Η ανατροπή

Η υπόθεση πήρε νέα τροπή όταν η Δικαιοσύνη στράφηκε και εναντίον της μικρότερης κόρης της οικογένειας, Μαρίας, καθώς και του συζύγου της Αντώνη Τσατσούλη. Το 1995, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καλαμάτας τους αθώωσε λόγω έλλειψης στοιχείων.

Η υπόθεση οδηγήθηκε ξανά στο δικαστήριο, αυτή τη φορά στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου. Εκεί, στις 8 Δεκεμβρίου 1995, ήρθε η μεγάλη ανατροπή. Οι ένορκοι υπερίσχυσαν με τέσσερις ψήφους έναντι τριών των τακτικών δικαστών και αποφάσισαν την αθώωση της Σταυρούλας Κατσαφαρέα.

Μετά από τέσσερα χρόνια και εννέα μήνες στη φυλακή, η γυναίκα αφέθηκε ελεύθερη.

Το «Συνδικάτο του Εγκλήματος»

Λίγο αργότερα αποκαλύφθηκε μια πληροφορία που άλλαξε ριζικά την εικόνα της υπόθεσης.

Η Ασφάλεια Αττικής εξάρθρωσε την εγκληματική οργάνωση που ήταν γνωστή ως «Συνδικάτο του Εγκλήματος», μια σπείρα που δρούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πραγματοποιώντας συμβόλαια θανάτου, ληστείες και εκβιασμούς.

Κατά τη διάρκεια της δίκης μελών της οργάνωσης, προέκυψε ότι τη διπλή δολοφονία στο Νέο Οίτυλο είχε διαπράξει ο εκτελεστής Βασίλης Σούφλας, ένας από τους πιο σκληρούς δολοφόνους της σπείρας.

Ο ίδιος όμως είχε ήδη δολοφονηθεί το 1994 από συνεργούς του, γεγονός που σήμαινε ότι το κρίσιμο ερώτημα παρέμενε αναπάντητο: ποιος είχε δώσει την εντολή για το συμβόλαιο θανάτου.

Μια ζωή που καταστράφηκε

Παρά την αθώωσή της, η Σταυρούλα Κατσαφαρέα δεν κατάφερε ποτέ να αποκαταστήσει πλήρως τη ζωή της.

Το Εφετείο Ναυπλίου έκρινε ότι, παρά την αθώωση, δεν δικαιούται αποζημίωση για τα χρόνια που πέρασε άδικα στη φυλακή. Οι προσφυγές της στα ελληνικά δικαστήρια απορρίφθηκαν σε όλους τους βαθμούς.

Κατά τη διάρκεια της κράτησής της είχε χάσει σχεδόν τα πάντα: δύο επιχειρήσεις, δύο ακίνητα και το αυτοκίνητό της, τα οποία αναγκάστηκε να εκποιήσει.

Το 2010 προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ζητώντας αποζημίωση για την άδικη φυλάκιση και τον κοινωνικό στιγματισμό που υπέστη.

Το στίγμα

Παρά τη δικαστική δικαίωση, το κοινωνικό στίγμα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Για πολλούς στη Μάνη, η γυναίκα παρέμεινε συνδεδεμένη με την κατηγορία που είχε συγκλονίσει τη χώρα.

Η ίδια περιέγραψε χρόνια αργότερα το δράμα της με λόγια που αποτυπώνουν το βάρος αυτής της ιστορίας: κατηγορήθηκε άδικα για τη δολοφονία των γονιών της, ανθρώπων που – όπως λέει – αγαπούσε βαθιά. Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας βρίσκονταν ακόμη και συγγενικά της πρόσωπα, γεγονός που έκανε το πλήγμα ακόμη πιο βαρύ.

Μια υπόθεση που έμεινε στην ιστορία

Η υπόθεση Κατσαφαρέα θεωρείται σήμερα μία από τις πιο χαρακτηριστικές δικαστικές πλάνες στη σύγχρονη ελληνική ποινική ιστορία.

Σε μια μικρή κοινωνία, οι φήμες, οι υποψίες και η πίεση για γρήγορη εξιχνίαση ενός εγκλήματος οδήγησαν στην καταδίκη μιας αθώας γυναίκας.

Και παρότι η Δικαιοσύνη διόρθωσε τελικά το λάθος της, η ζωή που χάθηκε μέσα σε εκείνα τα πέντε χρόνια δεν μπορούσε ποτέ να επιστραφεί.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr