Το Έπος του ’40 μέσα από τον κινηματογράφο: Πώς η Ελλάδα έμαθε να αφηγείται τη γενναιότητά της
Ο ελληνικός κινηματογράφος προσέγγισε το Έπος του ’40 με διαφορετικές οπτικές, παρουσιάζοντας όχι απλώς το δράμα, αλλά και κωμικές πτυχές
Ο ελληνικός κινηματογράφος προσέγγισε το Έπος του ’40 με διαφορετικές οπτικές, παρουσιάζοντας όχι απλώς το δράμα, αλλά και κωμικές πτυχές
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε για την Ελλάδα όχι μόνο ένα ιστορικό ορόσημο, αλλά και ένα βαθύ τραύμα που διαμόρφωσε τη συλλογική ταυτότητα και τη μεταπολεμική κουλτούρα. Στον κινηματογράφο, η ανάμνηση του ’40 λειτούργησε σαν καθρέφτης των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων: από τον ηρωισμό και την προπαγάνδα μέχρι τη σάτιρα και την αυτοκριτική. Μέσα από τις δεκαετίες, οι ταινίες που ασχολήθηκαν με το Έπος του ’40 δεν αποτύπωναν απλώς τον πόλεμο —αλλά το πώς η Ελλάδα ήθελε κάθε φορά να τον θυμάται.
Από το «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται» έως τη μεταπολεμική ανακούφιση
Το 1948, όταν ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος παρουσίασαν το «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται», η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη μέσα στη δίνη του Εμφυλίου. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία τόλμησε να αγγίξει το ζήτημα της Κατοχής με έναν απροσδόκητο τόνο: χιουμοριστικό, σχεδόν λυτρωτικό. Μέσα από τον ήρωα Θόδωρο (Βασίλης Λογοθετίδης), ο οποίος έχει χάσει το νόημα μετά τον πόλεμο, ο ελληνικός κινηματογράφος έκανε το πρώτο του βήμα να «εξημερώσει» τον φόβο, να μετατρέψει τη φρίκη σε αφήγηση.
Οι δεκαετίες της μνήμης: Από τον ρομαντισμό στη σιωπή
Στη δεκαετία του ’50, ο ελληνικός κινηματογράφος συνέχισε να παρουσιάζει τον πόλεμο ως ηθικό καθαρτήριο. Ο ήρωας, συχνά απλός άνθρωπος της επαρχίας ή στρατιώτης, πολεμά για την πατρίδα, την οικογένεια και την τιμή.
Όμως η δεκαετία του ’60 —με το κοινωνικό άνοιγμα και τη σταδιακή απομάκρυνση από την κατοχική εμπειρία— φέρνει νέες ματιές. Ο Φίνου-τύπου κινηματογράφος προτιμά πλέον το ερωτικό δράμα και τη μεσοαστική κωμωδία, αλλά ταινίες όπως το «Το μπλόκο» (1965, Άδωνις Κύρου) επαναφέρουν τη βαρύτητα της Ιστορίας με ρεαλισμό και πολιτική οξυδέρκεια.
Η ταινία «Το μπλόκο» καταγράφει με σκληρότητα την Κατοχή, χωρίς εξιδανίκευση. Οι ήρωες δεν είναι πλέον σύμβολα, είναι άνθρωποι που φοβούνται, πεινούν και προδίδουν. Ο κινηματογράφος της δεκαετίας αυτής τολμά να δείξει ότι η Αντίσταση δεν ήταν μόνο δόξα, αλλά και διχασμός.
Επίσης πιο εμπορική είναι η παραγωγή «Κοντσέρτο για Πολυβόλα», πολεμική ταινία του 1967, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο Νίκου Φώσκολου, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Τζένη Καρέζη, Μάνος Κατράκης, Κώστας Καζάκος, Ανδρέας Μπάρκουλης, Ζώρας Τσάπελης και Σπύρος Καλογήρου. Η Νίκη Βάρσου (Τζένη Καρέζη), μια πολιτική υπάλληλος στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, παραμονές του πολέμου του 1940, παραδίδει στρατιωτικά έγγραφα στους Ιταλούς, οι οποίοι την εκβιάζουν με τη ζωή του αδελφού της, που τον κρατούν αιχμάλωτο.
Η πράξη της αποκαλύπτεται και κινδυνεύει να καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά ο υποστράτηγος Καραγιαννόπουλος με το ψευδώνυμο Δαρείος (Μάνος Κατράκης) της προτείνει να συνεχίσει να προμηθεύει τους Ιταλούς με έγγραφα, πλαστά όμως αυτή τη φορά. Μαζί της, όμως, μπλέκει και ο Αλέξης Θεοδώρου (Κώστας Καζάκος), ένας νεαρός λοχαγός πεζικού, που είναι ερωτευμένος μαζί της.
Όταν μία δήθεν κλοπή αποκαλύπτεται, ο λοχαγός δικάζεται ως υπαίτιος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όμως η εκτέλεσή του είναι εικονική, για να πειστούν οι Ιταλοί για το γνήσιο των πληροφοριών που λαμβάνουν.
Την ίδια εποχή, οι πιο «σοβαρές» πολεμικές ταινίες —όπως η ταινία Ουρανός του Κανελλόπουλου το 1962— που δίνει έμφαση στο υπαρξιακό δίλημμα αλλά και την διαμόρφωση της ανθρώπινης ψυχής μέσα από τη συγκυρία. Θεωρείται ένα από τα πιο δυνατά και ουσιαστικά αντιπολεμικά έργα του ελληνικού κινηματογράφου. Ο σκηνοθέτης επιλέγει μια ποιητική κινηματογραφική γλώσσα, γεμάτη μελαγχολία και σιωπή, όπου τα μεγάλα τοπία της Μακεδονίας γίνονται σύμβολα της ανθρώπινης μοναξιάς και της απώλειας. Ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται απλώς ως πεδίο μάχης, αλλά ως εσωτερικό τραύμα, μια βαθιά ψυχική εμπειρία που στιγματίζει τους ανθρώπους.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε πραγματικές τοποθεσίες της Βόρειας Ελλάδας —στην Κοζάνη, την Καστοριά και το Βίτσι— προσδίδοντας αυθεντικότητα και ρεαλισμό στην εικόνα. Η ταινία, με τη λιτή αλλά συγκλονιστική αισθητική της, ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και συμμετείχε σε διεθνή φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και το Φεστιβάλ των Καννών το 1963, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως ένα έργο παγκόσμιας εμβέλειας και διαχρονικής δύναμης.
Στη δεκαετία του ’70, μετά τη Χούντα, ο ελληνικός κινηματογράφος εισέρχεται σε μια περίοδο σιωπής και αναστοχασμού. Η θεματολογία του πολέμου και της Κατοχής επιστρέφει όχι τόσο μέσα από πολεμικές σκηνές, όσο μέσα από ψυχολογικές και κοινωνικές αναφορές.
Οι δημιουργοί ψάχνουν να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της ελευθερίας, του θάρρους, της συλλογικότητας —αξίες που είχαν φθαρεί. Ωστόσο ο εμπορικός κινηματογράφος παρουσιάζει μία μορφή της κατοχικής περιόδου -έστω και με μία πινελιά σαπουνόπερας…
Αξιοσημείωτη ταινία της εποχής υπήρξε η «Υπολοχαγός Νατάσσα» του Νίκου Φώσκολου με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Υπερπαραγωγή για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής (με γυρίσματα και στο εξωτερικό), διαδραματίζεται κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής με τους δύο πρωταγωνιστές σε ρόλους πατριωτών που λαμβάνουν μέρος στην αντίσταση. Η ταινία αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιτυχία στον ελληνικό κινηματογράφο με τα περισσότερα εισιτήρια που είχαν κοπεί, έως και το έτος 1999.
Ή το 1981 η «Κατάσκοπος Νέλλη», με την Αλίκη Βουγιουκλάκη επίσης πρωταγωνίστρια και μία ιστορία που ξεκινά στο Βερολίνο του 1936, όταν μια Ελληνίδα φοιτήτρια, η Νέλη, εγκαταλείπει τις μουσικές σπουδές της και με τη συνδρομή του εβραίου καλλιτέχνη Βίλι Φόστερ κάνει το ντεμπούτο της ως τραγουδίστρια σε καμπαρέ. Δεν αργεί να γίνει πασίγνωστη και η φήμη της τραβά την προσοχή ενός συνταγματάρχη των SS, ο οποίος την πολιορκεί στενά. Με την κήρυξη του πολέμου, η Νέλη και ο Βίλι έρχονται στην Ελλάδα, και με την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς περνούν στην Αντίσταση.
Η επιστροφή της σοβαρότητας: Από το «Τελευταίο Σημείωμα» στα «Καλάβρυτα 1943»
Μετά το 2010, ο ελληνικός κινηματογράφος επιστρέφει ξανά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή τη φορά με νέα γλώσσα: πιο ρεαλιστική, πιο ώριμη, πιο συναισθηματικά απαιτητική.
Η ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα» (2017) του Παντελή Βούλγαρη ανασυνθέτει με λιτότητα και δύναμη τη σφαγή των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Δεν είναι πια ηρωική αφήγηση, αλλά μια ταινία για τη μνήμη, την αξιοπρέπεια και την ατομική ευθύνη. Ο πόλεμος εδώ γίνεται υπαρξιακός: πώς αντιστέκεσαι όταν γνωρίζεις ότι θα χάσεις;
Ανάλογη διάθεση έχει και το «Καλάβρυτα 1943» (2021) του Νίκου Καπή, μια προσπάθεια κινηματογραφικής αναμέτρησης με τη μαζική σφαγή των αμάχων. Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στην αναπαράσταση και τη συναισθηματική κάθαρση, αναζητώντας τρόπους να μιλήσει για τη φρίκη χωρίς διδακτισμό. Οι σύγχρονοι δημιουργοί δεν έχουν πια στόχο να εξυψώσουν το έθνος — αλλά να κατανοήσουν τη βία, τη μνήμη και τη σιωπή.
Ο ρόλος της τέχνης στη συλλογική μνήμη
Ο κινηματογράφος λειτούργησε για την Ελλάδα όπως το έπος για τους αρχαίους: ως εργαλείο συλλογικής μνήμης και ταυτότητας. Από την προπαγάνδα του ’50 μέχρι την ειρωνεία του ’80 και την υπαρξιακή ωριμότητα του σήμερα, κάθε κινηματογραφική γενιά ξαναγράφει το Έπος του ’40 με τους δικούς της όρους.
Οι ήρωες του παλιού σινεμά μπορεί να φαντάζουν σήμερα απλοϊκοί, αλλά έκρυβαν την αγωνία μιας κοινωνίας που ήθελε να πιστέψει ξανά στον εαυτό της. Οι σύγχρονες ταινίες, αντίθετα, προσπαθούν να συνδέσουν τη γενναιότητα με την κατανόηση: να δείξουν ότι το θάρρος δεν είναι μόνο να πολεμάς, αλλά και να θυμάσαι.
Από την προπαγάνδα στην αυτογνωσία
Το Έπος του ’40 δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο της Ιστορίας· είναι η ψυχή της ελληνικής αφήγησης. Από τον Σακελλάριο έως τον Βούλγαρη, έως τα «Καλάβρυτα», η διαδρομή αυτή δείχνει πώς η Ελλάδα έμαθε να αφηγείται τη γενναιότητά της —από τη ρητορική, στη συγκίνηση, και τελικά στην αυτογνωσία.
Σήμερα, ο πόλεμος του ’40 δεν είναι πια μόνο πεδίο μνήμης, αλλά καθρέφτης ταυτότητας. Και ίσως, κάθε φορά που μια νέα γενιά δημιουργών τον ανακαλεί στη μεγάλη οθόνη, η χώρα ξαναβρίσκει —έστω για λίγο— την πίστη της στη δύναμη της αφήγησης.
ολες οι ειδησεις
- Η εξεταστική του ΟΠΕΚΕΠΕ ως φάρσα
- Κλόε Καρντάσιαν: Επιβεβαίωσε ότι έχει να κάνει σεξ τέσσερα χρόνια
- Ο Τίμοθι Σαλαμέ κλείνει το μάτι στις φήμες
- Λάρνακα: Η ιστορία της κυπριακής πόλης που θα γίνει η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης
Ακολουθήστε το Newpost.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr