Το «πρόβλημα του Αιγαίου»: Από τον Αττίλα 1 μέχρι σήμερα – Τι είναι οι «γκρίζες ζώνες»
Στις 14 Αυγούστου 1974, η δημοκρατία έχει αποκατασταθεί και η Ελλάδα αποχωρεί με απόφαση Καραμανλή από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ διαμαρτυρόμενη για τον «Αττίλα ΙΙ» που δεν απέτρεψε η Συμμαχία
Στις 14 Αυγούστου 1974, η δημοκρατία έχει αποκατασταθεί και η Ελλάδα αποχωρεί με απόφαση Καραμανλή από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ διαμαρτυρόμενη για τον «Αττίλα ΙΙ» που δεν απέτρεψε η Συμμαχία
Το «πρόβλημα του Αιγαίου» δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 1973, ένα μήνα πριν από το Πολυτεχνείο, όταν ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος παραχώρησε δικαιώματα εκμετάλλευσης πετρελαίου (κοίτασμα «Πρίνος»). Η Τουρκία αντέδρασε με διάβημα στον ΟΗΕ και υποστήριξε με τη συμβολή της Τυνησίας ότι «τα νησιά αποτελούν ειδικές περιπτώσεις». Ο ΟΗΕ απέρριψε την τουρκική θέση, αλλά η Τουρκία παραχώρησε και αυτή δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης εκτός των τουρκικών χωρικών υδάτων, δυτικά των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου.
Στις αρχές Ιουνίου 1974, λίγες εβδομάδες πριν πέσει η χούντα λόγω του «Αττίλα Ι», το τουρκικό υδρογραφικό «Τσανταρλί» έπλευσε στο Αιγαίο με συνοδεία 32 πολεμικών πλοίων. Ο στόχος της Τουρκίας ήταν να περιορίσει την Ελλάδα στα χωρικά ύδατα των 6 μιλίων.

Στις 14 Αυγούστου 1974, η δημοκρατία έχει αποκατασταθεί και η Ελλάδα αποχωρεί με απόφαση Καραμανλή από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ διαμαρτυρόμενη για τον «Αττίλα ΙΙ» που δεν απέτρεψε η Συμμαχία. Ομως, είδαμε σύντομα τις τουρκικές διεκδικήσεις να απλώνονται στο Αιγαίο με την ανοχή του ΝΑΤΟ. Για να μην επεκταθούν οι αμφισβητήσεις, η Ελλάδα έπρεπε το συντομότερο δυνατό να επιστρέψει στο ΝΑΤΟ και να ενταχθεί στην τότε ΕΟΚ.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μόλις κέρδισε τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 με 54,37%, δεν δίστασε να αποφασίσει την έναρξη ενός άτυπου διπλωματικού διαλόγου με την Τουρκία για όλα τα θέματα και να αποδεχθεί επίσημα ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι υπαρκτό ζήτημα. Στις αρχές του 1975 η Ελλάδα πρότεινε στην Τουρκία να παραπεμφθεί η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη. Η Τουρκία αποδέχθηκε την πρόταση Καραμανλή για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, αλλά επισήμανε ότι συναρτάται με άλλα ζητήματα, όπως η αιγιαλίτιδα ζώνη και ο εναέριος χώρος. Τον Μάιο του 1975 έγινε συνάντηση στη Ρώμη των υπουργών Εξωτερικών Δημήτρη Μπίτσιου και Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλαγιαγκίλ. Η Ελλάδα παρουσίασε πρόταση συνυποσχετικού (που ισοδυναμεί με έγγραφο συμφωνίας για παραπομπή στη Χάγη). Η Τουρκία επιφυλάχθηκε.
Ακολούθησε η συνάντηση Καραμανλή – Ντεμιρέλ στις Βρυξέλλες στις 31 Μαΐου 1975, που δημιούργησε ελπίδες επίλυσης. Ο Ντεμιρέλ αρχικώς δέχθηκε ότι αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αλλά σύντομα υπαναχώρησε. «Μόλις επέστρεψε στην Αγκυρα, ο Ντεμιρέλ άλλαξε γνώμη», έχει πει διπλωμάτης που έλαβε μέρος στη συνάντηση των Βρυξελλών. Η Τουρκία υποστήριξε ότι η υφαλοκρηπίδα συναρτάται και με άλλα ζητήματα και ότι η παραπομπή στη Χάγη είναι ένας από τους τρόπους για τη διευθέτησή τους και όχι ο μοναδικός. Ακολούθησε ένα κοινό ανακοινωθέν, τον Οκτώβριο 1975, στο οποίο κατεγράφη η πρόθεση για τη σύναψη συνυποσχετικού.

Ο επόμενος σταθμός ήταν η έξοδος του «Σισμίκ» (Χόρα) στο Αιγαίο στις 5 Αυγούστου 1976, λίγο μετά κάποιες ελληνικές κινήσεις για έρευνες ανατολικά της Θάσου που έδειξαν ότι τα κοιτάσματα είναι δύο, χωρισμένα με τάφρο. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις Ελλάδας – ΕΟΚ είχαν αρχίσει μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 27 Ιουλίου 1976. Ο Καραμανλής ανησυχούσε ότι η ΕΟΚ δεν θα ήθελε να μεταφερθούν στους κόλπους της οι ελληνοτουρκικές διαφορές. Για να δείξει την προσήλωσή της στο διεθνές δίκαιο, λίγες ημέρες μετά την αποσόβηση της κρίσης, η Ελλάδα προσέφυγε μονομερώς στο ΔΔΧ για να οριστεί η υφαλοκρηπίδα όπως είχε συμφωνηθεί στο κοινό ανακοινωθέν των Βρυξελλών του Μαΐου 1975. Παράλληλα, προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η προσφυγή στον ΟΗΕ υποστηρίχθηκε και από τη Σοβιετική Ενωση. Η απόφαση 395 του Συμβουλίου Ασφαλείας (25.8.1976) περιέχει την προτροπή του ΟΗΕ για την έναρξη συνομιλιών. Η προσφυγή στη Χάγη εκδικάστηκε το 1978 και δεν είχε αποτέλεσμα. Ο λόγος είναι ότι η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν ήδη υπερβεί το κοινό ανακοινωθέν του Μαΐου 1975. Είχαν προχωρήσει τον Οκτώβριο του 1975 στο προαναφερόμενο κοινό ανακοινωθέν με την πρόθεση σύναψης συνυποσχετικού και είχαν συμφωνήσει τον Νοέμβριο του 1976 στο Πρακτικό της Βέρνης, το οποίο προέβλεπε να μην προχωρούν οι δύο χώρες σε έρευνες στο Αιγαίο πέραν των χωρικών υδάτων των 6 ναυτικών μιλίων (το γνωστό «μορατόριουμ στο Αιγαίο»).

Το ΔΔΧ θεώρησε ότι Ελλάδα και Τουρκία θεμελίωσαν με το κοινό ανακοινωθέν του Οκτωβρίου 1975 και με το Πρακτικό της Βέρνης του Νοεμβρίου 1976 την αφετηρία επίλυσης του προβλήματος, και δεν ίσχυε πλέον το πρώτο ανακοινωθέν του Μαΐου 1975 που θα μπορούσε να αποτελέσει δικαιοδοτική βάση για την εκδίκαση μιας μονομερούς προσφυγής εφόσον δεν προέβλεπε την προϋπόθεση ύπαρξης συμφωνίας (συνυποσχετικό) ως βάσης για την παραπομπή. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα βγήκε κερδισμένη γιατί το ΔΔΧ υπογράμμισε, πρώτον, ότι είναι αρμόδιο να ασχοληθεί με το ζήτημα (έπειτα από κοινή προσφυγή) και, δεύτερον, ότι η δραστηριότητα του τουρκικού σεισμογραφικού δεν θεμελιώνει δικαιώματα υπέρ της Τουρκίας.
Η Τουρκία και η Χάγη
Η Ελλάδα αναγνώρισε το 1994 την «υποχρεωτική δικαιοδοσία» της Χάγης έναντι οποιουδήποτε άλλου κράτους έχει αναλάβει την ίδια υποχρέωση για όλες τις νομικές διαφορές (με εξαίρεση εκείνες που προκύπτουν από τη λήψη στρατιωτικών μέτρων αμυντικού χαρακτήρα για λόγους εθνικής άμυνας). Η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία της Χάγης για κανένα θέμα και δεν έχει δικαίωμα μονομερούς προσφυγής. Ακόμη και αν αιφνιδιαστικά αναγνώριζε η Τουρκία τη δικαιοδοσία της Χάγης για «συνοριακό θέμα με την Ελλάδα», η Αθήνα θα μπορούσε να καταθέσει «επιφυλάξεις» και να αφαιρέσει από τη Χάγη το δικαίωμα να αποφασίσει για το θέμα αυτό. Ή θα μπορούσε να προσφύγει για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, αφού η Τουρκία –αν «άνοιγε» τα συνοριακά θέματα– θα επέτρεπε πλέον αυτή τη δυνατότητα. Ακριβώς γι’ αυτό ήταν πολύ απίθανο να προχωρήσει η Αγκυρα σε μια τέτοια ενέργεια, διότι έτσι αυτομάτως θα βρισκόταν εκτεθειμένη σε οποιαδήποτε αντίρροπη προσφυγή. Η Τουρκία δεν απορρίπτει τη Χάγη, αλλά μόνο με κοινή προσφυγή (συνυποσχετικό).

Αρα, η Ελλάδα δεν εκτέθηκε ποτέ στον κίνδυνο μιας μονομερούς προσφυγής. Αλλωστε, αν η χώρα διέτρεχε τέτοιο κίνδυνο, τότε η κυβέρνηση Καραμανλή θα είχε περιορίσει τις προβλέψεις του 1994 για τη δικαιοδοσία της Χάγης ήδη από το 2004 και δεν θα χρειαζόταν να το κάνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος τον Ιανουάριο του 2015 (εισπράττοντας έπαινο από τον κ. Καραμανλή το 2021). Ο κ. Βενιζέλος, ως υπουργός Εξωτερικών, προχώρησε στην κατάθεση «επιφυλάξεων» και αφαίρεσε τα συνοριακά ζητήματα από την αυτόματη δικαιοδοσία της Χάγης ως μια πρόσθετη ασφαλιστική δικλίδα απέναντι στο ενδεχόμενο οι Τούρκοι να επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν την απειρία της επερχόμενης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που προετοιμαζόταν να συγκρουστεί με την Ευρώπη.
Γκρίζες ζώνες
Η έκφραση Γκρίζες Ζώνες είναι μονομερής όρος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που περιγράφει ύδατα και νησίδες του Αιγαίου όπου η Τουρκία αμφισβητεί την παραδεδεγμένη κυριαρχία της Ελλάδος. Ο όρος όμως αυτός και οι σχετικές διεκδικήσεις δεν έχουν νομική υπόσταση. Τούτο έχει ως συνέπεια να θεωρούνται εκ μέρους της Ελλάδας ως μια επεκτατική κίνηση της Τουρκίας στο Αιγαίο. Τα υπάρχοντα σύνορα στο Αιγαίο, επισημαίνει η ελληνική πλευρά, απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες και αρχές, τις οποίες η Τουρκία οφείλει να σεβαστεί. Στις εν λόγω περιοχές του Αιγαίου, κατά την Τουρκία, η κυριότητα τους δεν είναι ξεκάθαρη. Αν και ο όρος δεν έχει βρει ανταπόκριση σε κάποιον επίσημο διεθνή οργανισμό, χρησιμοποιείται συχνά από την τουρκική πλευρά για την αιτιολόγηση ή περιγραφή διεκδικήσεών της σε ελληνικές παραμεθόριες περιοχές.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr