Τσέρνομπιλ: Οι πραγματικές συνέπειες του πυρηνικού ατυχήματος στην Ελλάδα – Από φόβο έγιναν 2.500 εκτρώσεις
Η μεγαλύτερη πληγή για την Ελλάδα, δεν ήταν η ίδια η ραδιενέργεια, αλλά ο φόβος που τη συνόδευσε.
Η μεγαλύτερη πληγή για την Ελλάδα, δεν ήταν η ίδια η ραδιενέργεια, αλλά ο φόβος που τη συνόδευσε.
Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, η συζήτηση για το ραδιενεργό νέφος που έφτασε στην Ελλάδα εξακολουθεί να προκαλεί φόβο, απορίες και έντονες μνήμες. Η εικόνα μιας χώρας που παρακολουθούσε με αγωνία τις εξελίξεις, ανησυχούσε για το γάλα, τα τυριά, τα λαχανικά και τα φρούτα, και προσπαθούσε να καταλάβει τι πραγματικά συνέβαινε, παραμένει βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: ποιες ήταν οι περιοχές της Ελλάδας που επηρεάστηκαν περισσότερο από το Τσέρνομπιλ και τι σήμαινε τελικά το «κόκκινο» στους χάρτες των μετρήσεων;
Σύμφωνα με όσα εξηγεί ο Νικόλαος Πετρόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ, σε συνέντευξή του στο orangepress.gr, το ραδιενεργό νέφος πράγματι έφτασε στην Ελλάδα. Ωστόσο, όπως τονίζει, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ποσότητες που καταγράφηκαν ήταν επικίνδυνες για τον πληθυσμό.
Το νέφος του Τσέρνομπιλ έφτασε στην Ελλάδα στις 5 Μαΐου 1986
Το πυρηνικό ατύχημα στο Τσέρνομπιλ, τον Απρίλιο του 1986, προκάλεσε τεράστιο σοκ στην Ευρώπη. Στις 5 Μαΐου 1986, το ραδιενεργό νέφος έφτασε και στην Ελλάδα, δημιουργώντας μεγάλη αναστάτωση. Τα δημοσιεύματα της εποχής, οι κρατικές ανακοινώσεις και η ελλιπής ενημέρωση συνέβαλαν σε ένα κλίμα γενικευμένου πανικού.
Ιδιαίτερη ανησυχία υπήρξε για τα τρόφιμα, κυρίως για τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά και για τα φρούτα και τα λαχανικά. Πολίτες και έμποροι προσπαθούσαν να διαπιστώσουν αν τα προϊόντα τους είχαν μολυνθεί, ενώ εργαστήρια όπως ο «Δημόκριτος» και το ΕΜΠ δέχθηκαν εκατοντάδες αιτήματα για αναλύσεις.
Ο κ. Πετρόπουλος περιγράφει χαρακτηριστικά ότι η Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 δεν διέθετε τα σημερινά μέσα για να διαχειριστεί μια τέτοια κατάσταση. Τα εργαστήρια ήταν λιγότερα, οι δυνατότητες περιορισμένες και η πληροφόρηση πιο αργή. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί, όπως λέει, ένας «κακός πανικός».
Καρδίτσα και Νάουσα στις «κόκκινες» περιοχές
Η μεγάλη επιστημονική προσπάθεια χαρτογράφησης της ραδιενέργειας στην Ελλάδα ξεκίνησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ο τότε καθηγητής του ΕΜΠ, κ. Σιμόπουλος, οργάνωσε συλλογή δειγμάτων από εδάφη σε όλη την ηπειρωτική χώρα.
Συνολικά, συγκεντρώθηκαν 1.500 δείγματα από το 1986 έως το 1987 και ακόμη 1.000 δείγματα από το 1987 έως το 2007. Τα δείγματα αυτά φυλάσσονται μέχρι σήμερα στο Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ και αποτελούν σιωπηλούς μάρτυρες της παρουσίας του ραδιενεργού νέφους στην Ελλάδα.
Οι μετρήσεις έδειξαν ότι υπήρξαν περιοχές με υψηλότερες καταγραφές. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Καρδίτσα και η Νάουσα, οι οποίες εμφανίζονταν ως «κόκκινες» στον χάρτη. Όμως, όπως εξηγεί ο κ. Πετρόπουλος, το κόκκινο χρώμα δεν σήμαινε «επικίνδυνο». Σήμαινε απλώς ότι οι συγκεκριμένες περιοχές είχαν περισσότερα κατάλοιπα σε σχέση με άλλες.
Αντίθετα, στην Αθήνα, όπου δημιουργήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους πανικούς, οι μετρήσεις ήταν χαμηλές. Η περιοχή εμφανιζόταν με κίτρινο χρώμα στον χάρτη, δηλαδή με πολύ μικρότερη επιβάρυνση.
Τι σήμαινε πραγματικά η ραδιενέργεια για την Ελλάδα
Σύμφωνα με τον κ. Πετρόπουλο, τα κατάλοιπα του Τσέρνομπιλ έφτασαν στην Ελλάδα, αλλά όχι σε ποσότητες που να θεωρούνται επικίνδυνες. Ο ίδιος επισημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί αστικοί μύθοι γύρω από το θέμα, σύμφωνα με τους οποίους η ραδιενέργεια προκάλεσε μαζικά καρκίνους ή σοβαρές βλάβες στον πληθυσμό. «Αυτά δεν ισχύουν», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Για να εξηγήσει το μέγεθος του κινδύνου, συγκρίνει τη ραδιενέργεια του Τσέρνομπιλ με τη φυσική ραδιενέργεια που δέχεται κάθε άνθρωπος από το περιβάλλον. Όπως λέει, μέσα σε 50 χρόνια ένας άνθρωπος μπορεί να λάβει περίπου 200 «μονάδες» από τη φυσική ραδιενέργεια. Ακόμη και στο πιο επιβαρυμένο υποθετικό σενάριο, σε περιοχές όπως η Καρδίτσα ή η Νάουσα, η επιπλέον δόση από το Τσέρνομπιλ θα ήταν περίπου 10 μονάδες.
Με άλλα λόγια, η διαφορά δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την εικόνα μιας «ραδιενεργής καταστροφής» στην Ελλάδα.
Ο πανικός και οι πραγματικές συνέπειες
Η μεγαλύτερη πληγή για την Ελλάδα, σύμφωνα με τον καθηγητή, δεν ήταν η ίδια η ραδιενέργεια, αλλά ο φόβος που τη συνόδευσε. Η ανησυχία για πιθανές τερατογενέσεις οδήγησε, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, σε 1.500 έως 2.500 εκτρώσεις από τον Μάιο του 1986 έως τον Μάιο του 1987. Ο κ. Πετρόπουλος τονίζει ότι δεν υπήρχε επιστημονική βάση για έναν τέτοιο πανικό και χαρακτηρίζει αυτή την εξέλιξη ως την πραγματική τραγωδία για τη χώρα.
Μπορεί να ξανασυμβεί ένα νέο Τσέρνομπιλ;
Στο ερώτημα αν μπορεί σήμερα να επαναληφθεί ένα ατύχημα αντίστοιχης κλίμακας, ο διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ είναι κατηγορηματικός: η σύγχρονη πυρηνική τεχνολογία είναι πολύ ασφαλέστερη.
Όπως εξηγεί, καθοριστικό ρόλο στο Τσέρνομπιλ έπαιξε η πυρκαγιά στον γραφίτη του αντιδραστήρα. Σήμερα, οι αντιδραστήρες που σχεδιάζονται δεν βασίζονται σε εύφλεκτα υλικά με τον ίδιο τρόπο, γεγονός που περιορίζει δραστικά τον κίνδυνο δημιουργίας ενός νέφους αντίστοιχης έκτασης.
Το Τσέρνομπιλ, λοιπόν, έφτασε στην Ελλάδα. Άφησε ίχνη σε περιοχές όπως η Καρδίτσα και η Νάουσα. Δεν άφησε, όμως, σύμφωνα με τις επιστημονικές μετρήσεις που παρουσιάζει ο κ. Πετρόπουλος, την καταστροφή που πολλοί εξακολουθούν να φοβούνται. Το μεγαλύτερο αποτύπωμά του ήταν ίσως ο πανικός. Και αυτός, όπως αποδείχθηκε, μπορεί να είναι πιο βαρύς από το ίδιο το νέφος.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr