Δημοσίευση:

Βασιλιάς Αλέξανδρος: Το μοιραίο δάγκωμα της μαϊμούς και ο κρυφός γάμος με την Ασπασία Μάνου με τις πολιτικές προεκτάσεις

Ο Αλέξανδρος βρισκόταν στη δύσκολη θέση να είναι ένας βασιλιάς χωρίς την πλήρη αποδοχή της οικογένειάς του και των υποστηρικτών του πατέρα του, Κωνσταντίνου, που είχε εξοριστεί.

Επιμέλεια: Δημήτρης Καΐμάς
Δημοσίευση:
Βασιλιάς Αλέξανδρος: Το μοιραίο δάγκωμα της μαϊμούς και ο κρυφός γάμος με την Ασπασία Μάνου με τις πολιτικές προεκτάσεις
Επιμέλεια: Δημήτρης Καΐμάς

Ο Αλέξανδρος βρισκόταν στη δύσκολη θέση να είναι ένας βασιλιάς χωρίς την πλήρη αποδοχή της οικογένειάς του και των υποστηρικτών του πατέρα του, Κωνσταντίνου, που είχε εξοριστεί.

Η ιστορία του Βασιλιά Αλέξανδρου Α’ της Ελλάδας είναι ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια στη νεότερη ελληνική ιστορία. Ο νεαρός βασιλιάς, γιος του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, πέθανε στις 12 Οκτωβρίου του 1920, σε ηλικία μόλις 27 ετών, από επιπλοκές που προκλήθηκαν από ένα φαινομενικά απλό δάγκωμα πίθηκου στο Κτήμα Τατοΐου. Ο θάνατός του είχε εκτεταμένες πολιτικές συνέπειες, καθώς συνέπεσε με τον Εθνικό Διχασμό, την περίοδο της μεγαλύτερης εσωτερικής πολιτικής κρίσης στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.

Ο Αλέξανδρος βρισκόταν στη δύσκολη θέση να είναι ένας βασιλιάς χωρίς την πλήρη αποδοχή της οικογένειάς του και των υποστηρικτών του πατέρα του, Κωνσταντίνου, που είχε εξοριστεί. Στον αντίποδα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός εκείνης της εποχής, υποστήριξε τον νεαρό βασιλιά και προσπάθησε να τον κρατήσει στην εξουσία, χρησιμοποιώντας τον σαν ένα πολιτικό εργαλείο που θα διασφάλιζε την ευρωπαϊκή προσέγγιση της Ελλάδας.

Πρωί 17ης Σεπτεμβρίου 1920 στο Κτήμα Τατοΐου

Το πρωινό της 17ης Σεπτεμβρίου 1920 φαινόταν να είναι μια ημέρα όπως όλες οι άλλες για τον Βασιλιά Αλέξανδρο, που συνήθιζε να κάνει τις βόλτες του στο δάσος του Τατοΐου, συνοδευόμενος από το πιστό του λυκόσκυλο, τον Φριτς. Ωστόσο, εκείνη τη μέρα, ένα απροσδόκητο περιστατικό θα άλλαζε την πορεία της ζωής του δραματικά. Ο σκύλος του Αλέξανδρου ξέφυγε από τον έλεγχο και επιτέθηκε σε μια μαϊμού που βρισκόταν δεμένη έξω από τη Βίλα Στουρμ. Ο Αλέξανδρος έσπευσε να επέμβει για να απομακρύνει τη μαϊμού από τα δόντια του σκύλου του, αλλά σε αυτό το σημείο, ο αρσενικός πίθηκος της μαϊμούς, ο Μόριτς, εξαγριώθηκε και επιτέθηκε στον βασιλιά.

Η σύγκρουση που ακολούθησε άφησε τον Αλέξανδρο με δύο σοβαρά δαγκώματα – ένα στην αριστερή του γάμπα και ένα στο χέρι – τραύματα που θα αποδεικνύονταν μοιραία.

Η βίαιη αυτή σύγκρουση με τα ζώα στο δάσος φάνηκε αρχικά να είναι απλώς ένα ατυχές περιστατικό. Ωστόσο, η επίθεση του πιθήκου και τα δαγκώματα που δέχτηκε ο Αλέξανδρος οδήγησαν σε μια σειρά από μοιραία γεγονότα. Ο τραυματισμένος βασιλιάς μεταφέρθηκε άμεσα στη Βίλα Στουρμ για τις πρώτες βοήθειες, ενώ ο σκύλος του είχε απομακρυνθεί. Οι πληγές του Αλέξανδρου ήταν βαθιές, ιδιαίτερα το τραύμα στη γάμπα του, το οποίο αιμορραγούσε ακατάσχετα.

Παρά τις πρώτες ιατρικές φροντίδες, η κατάσταση του Αλέξανδρου άρχισε να επιδεινώνεται, καθώς οι μολύνσεις από τα δόντια του πιθήκου άρχισαν να παίρνουν επικίνδυνη τροπή.

Το Μοιραίο Δάγκωμα του Πιθήκου Μόριτς

Το δάγκωμα του πίθηκου Μόριτς έφερε μαζί του έναν απρόβλεπτο κίνδυνο – τη μόλυνση από τα μολυσμένα δόντια του ζώου. Η μόλυνση αυτή, όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα, θα προκαλούσε στον νεαρό βασιλιά φλεγμονή και τελικά σηψαιμία. Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν ότι το τραύμα θα μπορούσε να ελεγχθεί και να γιατρευτεί, αλλά σύντομα αποδείχθηκε ότι η κατάσταση ήταν πολύ πιο σοβαρή από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

Μετά το περιστατικό, ο Αλέξανδρος μεταφέρθηκε στη Βίλα Στουρμ για να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Ο καθηγητής χειρουργικής Κωνσταντίνος Μέρμηγκας ήταν από τους πρώτους που κλήθηκαν να αναλάβουν τη φροντίδα του. Με τα μέσα της εποχής, η περιποίηση των πληγών γινόταν κυρίως με αντισηπτικά, χωρίς τα σύγχρονα αντιβιοτικά που θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν μια τόσο επικίνδυνη μόλυνση.

Η ραγδαία επιδείνωση της υγείας του Βασιλιά

Οι πρώτες ώρες μετά την επίθεση του πίθηκου φάνηκαν αρχικά σχετικά ελεγχόμενες. Οι γιατροί θεώρησαν ότι τα τραύματα του Βασιλιά Αλέξανδρου, ιδιαίτερα το δάγκωμα στη γάμπα, θα επουλώνονταν με τον κατάλληλο καθαρισμό και αντισηπτική φροντίδα. Ωστόσο, αυτό που δεν είχε αρχικά γίνει αντιληπτό ήταν η σοβαρότητα της μόλυνσης που προκλήθηκε από τα μολυσμένα δόντια του πιθήκου Μόριτς.

Μέσα στις επόμενες ημέρες, η κατάσταση του Αλέξανδρου άρχισε να επιδεινώνεται. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών να περιορίσουν τη μόλυνση, ο βασιλιάς παρουσίασε πυρετό, έντονο πόνο και αδυναμία. Τότε άρχισε να γίνεται εμφανές ότι η λοίμωξη επεκτεινόταν από τα αρχικά τραύματα στη γάμπα του προς τη βουβωνική χώρα.

Ο Αλέξανδρος ήταν καθηλωμένος στο κρεβάτι και δεν μπορούσε πλέον να σηκωθεί, ενώ οι γιατροί έκαναν συνεχώς τομές για να διευκολύνουν την εκροή του πύου. Ο πυρετός του, που έφτασε μέχρι και τους 40°C, προκάλεσε τεράστια ανησυχία, αφού υποδήλωνε μια σοβαρή συστημική λοίμωξη. Η κατάσταση του βασιλιά επιδεινωνόταν δραματικά, και η μόλυνση που αρχικά φαινόταν περιορισμένη μετατράπηκε σε μια ανεξέλεγκτη σηψαιμία.

Η ιατρική αντιμετώπιση

Η σηψαιμία, όπως την αντιλαμβάνονταν οι γιατροί της εποχής, ήταν ένα σχεδόν θανατηφόρο σύμπτωμα. Χωρίς τη δυνατότητα χρήσης σύγχρονων αντιβιοτικών, οι γιατροί είχαν περιορισμένα μέσα για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, κατανοώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, κάλεσε επειγόντως κορυφαίους γιατρούς για να αξιολογήσουν την πορεία της υγείας του Αλέξανδρου. Οι πιο διακεκριμένοι ιατροί της Ελλάδας συγκεντρώθηκαν στο Τατόι, ενώ, παράλληλα, κλήθηκε και ο Γάλλος καθηγητής Λουδοβίκος Βιντάλ, ειδικός στις λοιμώξεις, για να συνδράμει.

Όταν ο Βιντάλ έφτασε στην Αθήνα, η κατάσταση του Αλέξανδρου ήταν ήδη κρίσιμη. Είχε περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες από την επίθεση, και η μόλυνση είχε διασπαρεί σε όλο το σώμα του. Ο βασιλιάς ήταν αφυδατωμένος, ταλαιπωρημένος από τον πυρετό και είχε χάσει σημαντικά κιλά. Επιπλέον, είχε εμφανίσει ίκτερο, σύμπτωμα που υποδείκνυε ότι τα ζωτικά του όργανα είχαν αρχίσει να επηρεάζονται.

Η πρόταση για ακρωτηριασμό και η πολιτική απόφαση

Οι γιατροί αντιμετώπισαν τότε ένα μεγάλο δίλημμα: Ο μόνος τρόπος για να σωθεί ο βασιλιάς φαινόταν να είναι ένας επείγων ακρωτηριασμός του ποδιού του, προκειμένου να αποτραπεί η επέκταση της σηψαιμίας στο υπόλοιπο σώμα. Ωστόσο, η ιδέα αυτή αντιμετώπισε σφοδρές αντιδράσεις.

Από τη μία, οι γιατροί γνώριζαν ότι ένας ακρωτηριασμός θα μπορούσε να αυξήσει τις πιθανότητες επιβίωσης του Αλέξανδρου. Από την άλλη, η πολιτική κατάσταση της εποχής δεν επέτρεπε εύκολες αποφάσεις. Το να παραμείνει ένας βασιλιάς με ακρωτηριασμένο πόδι θεωρήθηκε από πολλούς αδιανόητο. Η εικόνα ενός μη αρτιμελούς βασιλιά ήταν αδύνατον να γίνει αποδεκτή από την κοινή γνώμη και την πολιτική σκηνή. Έτσι, οι γιατροί και οι πολιτικοί αποφάσισαν τελικά να μη γίνει ο ακρωτηριασμός, παρόλο που αυτό θα μπορούσε να σώσει τη ζωή του νεαρού βασιλιά.

Η απόφαση αυτή είχε καθοριστική σημασία για την έκβαση της ασθένειας του Αλέξανδρου, καθώς οι προσπάθειες να περιοριστεί η μόλυνση χωρίς ακρωτηριασμό αποδείχθηκαν μάταιες.

Ο Εθνικός Διχασμός και το πολιτικό πλαίσιο του θανάτου του Αλέξανδρου

Ο θάνατος του Αλέξανδρου συνέπεσε με μια εξαιρετικά ταραγμένη περίοδο της ελληνικής ιστορίας, γνωστή ως ο Εθνικός Διχασμός. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ των υποστηρικτών του βασιλιά Κωνσταντίνου και των Βενιζελικών είχε διχάσει τη χώρα σε δύο στρατόπεδα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός της χώρας και θερμός υποστηρικτής της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, είχε επιβάλει τον Αλέξανδρο ως βασιλιά στη θέση του εξόριστου πατέρα του, Κωνσταντίνου Α’.

Η θέση του Αλέξανδρου ως βασιλιάς ήταν λεπτή. Ο ίδιος ήταν ένα πολιτικό πιόνι, που έπρεπε να συμβιβαστεί με τον ρόλο του σε μια χώρα που βρισκόταν σε κρίση. Οι υποστηρικτές του πατέρα του δεν τον αναγνώριζαν ως νόμιμο μονάρχη, και το ίδιο το στέμμα βρισκόταν σε επισφαλή θέση, καθώς ο θρόνος του Αλέξανδρου ήταν στενά συνδεδεμένος με τις επιλογές του Βενιζέλου. Το τραγικό του τέλος επέτρεψε, τελικά, στον Κωνσταντίνο Α’ να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ανακτήσει τον θρόνο.

Μετά από 23 ημέρες αφόρητου πόνου και ατελείωτων ιατρικών προσπαθειών, η κατάσταση του Αλέξανδρου επιδεινώθηκε δραματικά. Παρά τις λίγες αναλαμπές βελτίωσης, ο νεαρός βασιλιάς εισήλθε σε κώμα τη νύχτα της 11ης προς 12η Οκτωβρίου. Το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, ο Αλέξανδρος ήταν σε μια κατάσταση που έκανε ακόμα και τους πιο αισιόδοξους γιατρούς να αντιληφθούν ότι το τέλος ήταν κοντά.

Μετά από λίγες ώρες παραλήρησης και αφόρητης δυσκολίας στην αναπνοή, ο Αλέξανδρος έλαβε τη Θεία Μετάληψη. Λίγο μετά τις 4:00 μ.μ., η αναπνοή του σταμάτησε, και ο νεαρός βασιλιάς της Ελλάδας άφησε την τελευταία του πνοή.

Η ιστορία του Βασιλιά Αλέξανδρου δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς να αναφερθεί ο μεγάλος έρωτάς του με την Ασπασία Μάνου. Η Ασπασία ήταν μια γυναίκα που δεν προερχόταν από γαλαζοαίματη οικογένεια, αλλά είχε στενούς δεσμούς με τη βασιλική οικογένεια, καθώς ο πατέρας της, Πέτρος Μάνος, ήταν αξιωματικός των Ανακτόρων.

Η γνωριμία τους ξεκίνησε από την παιδική ηλικία, αλλά εξελίχθηκε σε μια ρομαντική σχέση αργότερα, όταν ξανασυναντήθηκαν σε κοινωνικές εκδηλώσεις στην Αθήνα. Ο έρωτάς τους ήταν δυνατός, αλλά αντιμετώπισε έντονες αντιδράσεις από τη βασιλική οικογένεια και τους πολιτικούς κύκλους, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι έναν γάμο μεταξύ του βασιλιά και μιας «κοινής» γυναίκας.

&

nbsp;

Ο μυστικός γάμος και η πολιτική αναταραχή

Παρά τις αντιδράσεις, ο Αλέξανδρος και η Ασπασία παντρεύτηκαν μυστικά τον Νοέμβριο του 1919, σε μια ιδιωτική τελετή στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας. Η τελετή ήταν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, με παρόντες μόνο τον ιερέα και έναν στενό φίλο του βασιλιά.

Ο γάμος τους, ωστόσο, αποτέλεσε αντικείμενο μεγάλων πολιτικών αντιδράσεων, καθώς πολλοί φοβόντουσαν ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη θέση του Αλέξανδρου στον θρόνο. Οι γονείς του, και ιδιαίτερα η μητέρα του, Βασίλισσα Σοφία, δεν αποδέχθηκαν ποτέ την Ασπασία ως μέλος της βασιλικής οικογένειας. Παρά την πολιτική και οικογενειακή πίεση, το ζευγάρι έμεινε μαζί, αν και για πολύ σύντομο διάστημα, καθώς ο θάνατος του Αλέξανδρου διέκοψε απότομα τη ζωή τους.

O Aλέξανδρος, παρά τη θέση του και παρά την γοητευτική εμφάνισή του χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη και κοπιώδη προσπάθεια ώστε τα συναισθήματά του για την Ασπασία να βρουν ανταπόκριση. Ανάμεσα τους γεννήθηκε ένας μεγάλος έρωτας για την επισημοποίηση του οποίου θα ήταν απαραίτητη η έγκριση του πρωθυπουργού.

Τον Μάιο του 1919, με επιστολή του, ο Αλέξανδρος ζητά ουσιαστικά τη συνδρομή του Βενιζέλου ως προς την επίσημη έγκριση του γάμου του με την Ασπασία. Από τα γραφόμενα του Αλέξανδρου γίνεται ξεκάθαρο πόσο καλές ήταν οι σχέσεις του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά και πως «το ελληνικό αίμα» της Ασπασίας Μάνου αποτελούσε πράγματι κρίσιμη πτυχή του όλου ζητήματος.

Μεταξύ άλλων, ο Αλέξανδρος αναφέρει στην επιστολή του:

«Ακολουθήσας πάντοτε προθύμως και ειλικρινώς τας συμβουλάς υμών, Κύριε Πρόεδρε, και λαμβάνων υπ’ όψιν την κατά το παρελθόν έτος σύστασιν υμών όπως προβώ ανεπισήμως εις την τέλεσιν των ευτυχών γάμων μου μετά της Ελληνίδος κόρης Ασπασίας Μάνου (…)

και βασιζόμενος εις την διαβεβαίωσιν υμών ότι εκ των υστέρων θα προβαίνατε εις την έγκρισιν και επισημοποίησιν του τετελεσμένου γεγονότος των γάμων μου, έρχομαι να πληροφορήσω υμάς περί της αποφάσεώς μου όπως προβώ, όλως ανεπισήμως, εις την τέλεσιν αυτών (…) ο γάμος μου μεθ’ Ελληνίδος κόρης θα υποκαύση την ελληνικήν φιλαυτίαν και θα ηχήση ευαρέστως εις την ελληνικήν ψυχήν.

»Εν τη πεποιθήσει επίσης ότι ουδόλως απομακρύνομαι των αισθημάτων, πεποιθήσεων και ΥΠΟΔΕΙΞΕΩΝ υμών επί του θέματος τούτου, παρακαλώ υμάς όπως ευαρεστούμενος δώσητε όπου δει, έαν κρίνετε τούτο αναγκαίον, τας υμετέρας οδηγίας »

Τον Νοέμβριο του 1919 ο βασιλιάς, πλέον, Αλέξανδρος παντρεύεται την Ασπασία Μάνου, κόρη του Συνταγματάρχη της Χωροφυλακής Πέτρου Μάνου.  Η τελετή δεν θυμίζει σε τυπότα γάμο βασιλικό. Ούτε πλήθος λαού, ούτε άλογα, ούτε άμαξες, ούτε ημίψυλα. Μόνοι παρόντες ο ιερέας που τελεί το μυστήριο και ο φίλος του Αλέξανδρου και συγγραφέας, Χρήστος Ζαλοκώστας.

Το τέλος της Ασπασίας

Οι γονείς του Αλέξανδρου δε δέχθηκαν την Ασπασία ποτέ στην οικογένεια. Παρόλα αυτά, η βασίλισσα Σοφία, συντετριμμένη από τον θάνατο του γιου της, φρόντισε να αναγνωριστεί ο γάμος αυτός το 1922.

Η Ασπασία Μάνου έμεινε χήρα σε ηλικία 23 ετών, ενώ ήταν έγκυος στο παιδί του Αλέξανδρου. Μετά τον θάνατο του βασιλιά, έζησε μια ήσυχη ζωή, αφοσιωμένη στην κόρη τους, Αλεξάνδρα. Ο γάμος τους δεν αναγνωρίστηκε από τη βασιλική οικογένεια μέχρι το 1922, και μόλις το 1936 η Ασπασία αναγνωρίστηκε επίσημα ως σύζυγος του Αλέξανδρου.

Η Ασπασία δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ και πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της στην Αθήνα. Πέθανε το 1972 στη Βενετία, και τα λείψανά της μεταφέρθηκαν στο βασιλικό κοιμητήριο του Τατοΐου το 1993.

Μείνετε ενημερωμένοι με το Newpost. Ακολουθήστε μας για να μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο.

ολες οι ειδησεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr