Ο εργατολόγος Γ. Κουτσούκος αναλύει στο Newpost τα δεδομένα για τις θερινές άδειες εν μέσω κορωνοϊού
Τι γίνεται με όσους έχουν λάβει άδεια ειδικού σκοπού μέσα στη χρονιά. Η διαδικασία για τις άδειες αναψυχής. Δείτε όλα όσα αναφέρει ο εργατολόγος.
Τι γίνεται με όσους έχουν λάβει άδεια ειδικού σκοπού μέσα στη χρονιά. Η διαδικασία για τις άδειες αναψυχής. Δείτε όλα όσα αναφέρει ο εργατολόγος.
Για τον τρόπο λήψης άδειας αναψυχής εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, γράφει στο Newpost ο εργατολόγος Γεώργιος Ι. Κουτσούκος, απαντώντας στις απορίες των εργαζομένων. Απορίες που έχουν πληθύνει εάν αναλογιστεί κανείς πως φέτος λόγω του κλεισίματος των σχολείων στο πλαίσιο των μέτρων πρόληψης διασποράς του κορωνοϊού, θεσπίστηκε το καθεστώς των αδειών ειδικού σκοπού.
Αναλυτικά ο κ. Κουτσούκος, αναφέρει:
Στο ελληνικό δίκαιο προβλέπεται ότι κάθε εργαζόμενος δικαιούται ήδη από τον πρώτο μήνα απασχόλησης, κανονική άδεια μετ’ αποδοχών, η οποία αποτελεί και θεμελιώδες δικαίωμα του εργαζομένου.
Συγκεκριμένα, από τον πρώτο μήνα απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση 12 μηνών εργασίας, ο εργαζόμενος λαμβάνει ετήσια κανονική άδεια μετ’ αποδοχών, αναλογικά προς τον χρόνο απασχόλησής του στον ίδιο εργοδότη, με βάση υπολογισμού τις 20 ημέρες άδειας, ανά έτος, για πενθήμερη απασχόληση και τις 24 ημέρες για εξαήμερη απασχόληση. Από τη συμπλήρωση των 12 μηνών έως τις 31 Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους απασχόλησης, ο εργαζόμενος δικαιούται 21 ημέρες άδειας, για όλο το έτος, όταν πρόκειται για πενθήμερη απασχόληση, και 25 ημέρες άδειας, όταν πρόκειται για εξαήμερη απασχόληση. Επομένως, πρακτικά, ο εργαζόμενος λαμβάνει ολόκληρη την άδειά του από το τρίτο έτος απασχόλησης και εφεξής, η οποία τότε διαμορφώνεται σε 22 ημέρες για πενθήμερο σύστημα απασχόλησης και 26 ημέρες για εξαήμερο. Μετά τη συμπλήρωση της δεκαετίας στον ίδιο εργοδότη ή δωδεκαετίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, η ετήσια άδεια ανέρχεται στις 30 ημέρες κατ’ έτος για εξαήμερη απασχόληση και στις 25 ημέρες για πενθήμερη. Τέλος, από τη συμπλήρωση 25ετίας και εφεξής, η ετήσια άδεια προσαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945, ο εργοδότης υποχρεούται, κατόπιν αιτήματος του εργαζομένου και εντός 2 μηνών από το εν λόγω αίτημα, να χορηγήσει στον εργαζόμενο την κανονική άδεια. Σε κάθε περίπτωση, η άδεια που αντιστοιχεί σε κάθε έτος πρέπει να χορηγείται εντός αυτού του έτος, διαφορετικά ο εργοδότης οφείλει τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 100%, καθώς και το επίδομα άδειας. Επιπλέον, οι μισές από τις δικαιούμενες ημέρες άδειας πρέπει να χορηγούνται εντός του διαστήματος από 1 Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου. Σημειωτέον ότι απόλυση που λαμβάνει χώρα κατά τα τη διάρκεια της άδειας του μισθωτού θεωρείται άκυρη.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ν. 4093/2012 (άρθρο 1, υποπαράγραφος ΙΑ.14, περίπτωση 3), σε ορισμένες περιπτώσεις δύναται να υπάρξει κατάτμηση της άδειας, είτε υποχρεωτικά κατ’ εξαίρεση, είτε κατόπιν αιτήματος του εργαζομένου.
Σύμφωνα με τον νόμο, επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, με απόφαση του εργοδότη, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου.
Επιπλέον, η κατάτμηση της άδειας επιτρέπεται και κατόπιν αιτήματος του εργαζομένου. Στην περίπτωση αυτή, η άδεια μπορεί να ληφθεί και σε περισσότερες των δύο περιόδων. Ειδικότερα, η μία περίοδος πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου. Ειδικά μάλιστα, σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν τακτικό και εποχικό προσωπικό και παρουσιάζουν ιδιαίτερη σώρευση εργασίας που οφείλεται στο είδος ή στο αντικείμενο εργασιών τους, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, για το τακτικό προσωπικό, ο εργοδότης δύναται να χορηγεί το τμήμα της αδείας των 10 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή 12 επί εξαημέρου, οποτεδήποτε εντός του ημερολογιακού έτους.
Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις, ήτοι τόσο στην αίτηση του εργαζομένου, όσο και στην απόφαση του εργοδότη, δεν απαιτείται έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ.
Το πρόβλημα που ανακύπτει αυτή την περίοδο είναι ο τρόπος λήψης των θερινών αδειών, ιδιαίτερα αν έχει προηγηθεί λήψη άδειας ειδικού σκοπού, στα πλαίσια των έκτακτων και προσωρινών μέτρων για την αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών του ιού COVID-19.
Ειδικότερα, δόθηκε η δυνατότητα σε γονείς εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, να λάβουν ειδική άδεια για τη φροντίδα των παιδιών τους κατά το διάστημα, που οι φορείς φροντίδας ή εκπαίδευσης παρέμειναν κλειστές. Η λεγόμενη αυτή άδεια ειδικού σκοπού προβλέφθηκε με διάρκεια κατ’ ελάχιστον τριών (3) ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι, για κάθε τρεις (3) ημέρες της άδειας ειδικού σκοπού, ο εργαζόμενος κάνει χρήση και μιας (1) ημέρας από την κανονική τους άδεια, η οποία αφαιρείται από τη συνολικά δικαιούμενη κανονική άδεια για το έτος 2020 (αρ. 4, παρ. 3 της από 11/3/2020 ΠΝΠ(ΦΕΚ Α’ 55)).
Σύμφωνα δε, με την υπ. αριθμ. Οικ. 19221/379/19-5-2020 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, με θέμα τις διευκρινίσεις επί της ΚΥΑ με αριθμ. οικ. 17788/346/8-5-2020 ( ΦΕΚ Β ‘1779), οι διατάξεις περί ετήσιας κανονικής άδειας και κατάτμησης αυτής, εξακολουθούν να ισχύουν στο ακέραιο και στις παρούσες έκτακτες και προσωρινές συνθήκες. Ιδιαίτερα δε, όσον αφορά σε εργαζόμενους γονείς που έχουν κάνει χρήση άδειας ειδικού σκοπού (και συνεπώς, εμπίπτουν στην κατηγορία εκείνη των εργαζομένων που έχουν προβεί σε κατάτμηση του χρόνου αδείας τους σε περισσότερες των δύο περιόδων κατά τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις περί κατάτμησης του χρόνου αδείας) και θέλουν να κάνουν χρήση ετήσιας κανονικής άδειας, μπορούν να το κάνουν εφόσον πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις λήψης ετήσιας κανονικής άδειας και τηρούν τη νομίμως προβλεπόμενη διαδικασία.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την ως άνω εγκύκλιο και στην περίπτωση αυτή εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες κατάτμησης της άδειας και, επομένως, η μία εκ των περιόδων κατάτμησης πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 12 εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 10 εργάσιμες ημέρες επί πενθημέρου, εκτός εάν οι υπολειπόμενες ημέρες αδείας των εν λόγω εργαζομένων δεν επαρκούν για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης.
Συνεπώς, ο εργαζόμενος δικαιούται κανονικά άδεια αναψυχής, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ισχύουσας της νομοθεσίας περί κατάτμησης αδειών, είτε με απόφαση του εργοδότη, είτε κατόπιν αιτήματος του εργαζομένου, τηρούμενων κάθε φορά των προϋποθέσεων που απαιτεί ο νόμος. Ωστόσο, ακόμα και στην περίπτωση που δεν υπολείπονται οι ελάχιστες απαιτούμενες ημέρες για την κατάτμηση της άδειας σε περισσότερες περιόδους, επειδή ο εργαζόμενος έχει χρησιμοποιήσει ορισμένες ημέρες άδειας, προκειμένου να λάβει την άδεια ειδικού σκοπού, αυτός εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα αξιοποίησης του δικαιώματος της κατάτμησης. Βέβαια, οι έκτακτες συνθήκες ενόψει των υγειονομικών εξελίξεων, ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ως κατεπείγουσα συνθήκη δικαιολογούσα την κατάτμηση της άδειας με απόφαση του εργοδότη, κάτι που αναμένουμε να παρακολουθήσουμε τους επόμενους μήνες.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr