ΙΕΛΚΑ: Η ακρίβεια αλλάζει τις καταναλωτικές συνήθειες – Ο ΠΟΥ προειδοποιεί για αύξηση κρουσμάτων καρκίνου στις φτωχότερες χώρες
Αλλάζουν οι καταναλωτικές συνήθειες εξαιτίας της ακρίβειας στη χώρα μας, ενώ και ο ΠΟΥ χτυπάει καμπανάκι για την αύξηση κρουσμάτων καρκίνου στις φτωχότερες χώρες.
Αλλάζουν οι καταναλωτικές συνήθειες εξαιτίας της ακρίβειας στη χώρα μας, ενώ και ο ΠΟΥ χτυπάει καμπανάκι για την αύξηση κρουσμάτων καρκίνου στις φτωχότερες χώρες.
Η ακρίβεια που επικρατεί στην αγορά, αλλά και η αύξηση κρουσμάτων καρκίνου στις φτωχότερες χώρες είναι δύο απειλές που ζητούν άμεσες λύσεις.
ΙΕΛΚΑ: Τι δεν αγοράζουν οι Έλληνες
Την επίδραση των ανατιμήσεων στις καταναλωτικές συνήθειες στην Ελλάδα καταγράφει έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ).
Η τελευταία έρευνα, με δείγμα 1.000 καταναλωτές, πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο 2023.
Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, ξεκάθαρη είναι η τάση των καταναλωτών για εξοικονόμηση χρημάτων για τις αγορές βασικών αγαθών και υπηρεσιών και δευτερευόντως διαχείρισης χρημάτων.
Αναλυτικότερα, μεγαλύτερη είναι η πίεση στη μείωση των δαπανών για βασικές υπηρεσίες και λιγότερο για βασικά αγαθά.
Συγκεκριμένα, το 75% (έναντι 71% τον Ιανουάριο 2023) του κοινού δηλώνει ότι έχει ακυρώσει δαπάνες διασκέδασης όπως είναι η εστίαση, οι διακοπές, τα ταξίδια κ.α.
Το 52% (έναντι 50% τον Ιανουάριο) του κοινού δηλώνει ότι έχει αναβάλει εργασίες συντήρησης και επισκευής, π.χ. στο σπίτι ή στο αυτοκίνητο.
Το 55% (έναντι 55% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει μειώσει συνολικά τις αγορές σε είδη τροφίμων και είδη παντοπωλείου.
Το 48% (έναντι 40% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει αλλάξει μάρκα-επωνυμία προϊόντος. Το 28% (έναντι 24% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει χρήματα από τις αποταμιεύσεις του προκειμένου να καλύψει τις αγορές του.
Το 28% (έναντι 29% τον Ιανουάριο) έχει αναβάλει την πληρωμή λογαριασμών ή έχει προχωρήσει σε στάση πληρωμής των υποχρεώσεων του.
Το 15% (έναντι 11% τον Ιανουάριο) δηλώνει ότι έχει αυξήσει τον χρόνο εργασίας ή έχει βρει δεύτερη εργασία προκειμένου να αυξήσει το εισόδημα του. Μόλις 4% του κοινού δηλώνουν ότι δεν έχουν λάβει κανένα απολύτως μέτρο για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων.
Όσον αφορά τα μέτρα της πολιτείας για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ένα χρόνο μετά την εφαρμογή του, το καλάθι του νοικοκυριού παρουσιάζει θετική εικόνα. Έχει αυξηθεί η χρήση του από το καταναλωτικό κοινό, από 28% σε 61%, ενώ το κοινό που θεωρεί ότι δεν προσφέρει τίποτα έχει μειωθεί από 44% σε 29%.
Σύμφωνα με την έρευνα, το καλάθι του νοικοκυριού καταλαμβάνει την τελευταία θέση, σε σχέση με τα μέτρα που θεωρούν οι ίδιοι οι καταναλωτές ότι θα τους βοηθούσαν στην αντιμετώπιση της ακρίβειας με μόλις 3%.
Το κύριο μέτρο που επιθυμούν οι καταναλωτές, είναι με διαφορά η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα σε ποσοστό 81%, ακολουθούν τα προϊόντα με μόνιμη δέσμευση τιμής με 10% και το market pass με 6%
Σημειώνεται ότι ποσοστό 49% των στελεχών της αγοράς (κυλιόμενη έρευνα στελεχών ΙΕΛΚΑ) θεωρούν ότι το καλάθι του νοικοκυριού δεν είναι ένα επιτυχημένο μέτρο, ενώ το 24% θεωρεί ότι είναι ένα επιτυχημένο μέτρο.
Σε ένα μεγάλο βαθμό, αυτό το αποτέλεσμα οφείλεται στο υψηλό διαχειριστικό κόστος που έχει το συγκεκριμένο μέτρο από την πλευρά των επιχειρήσεων, σε σχέση με την ικανοποίηση του αυστηρού νομοθετικού πλαισίου, την αποτελεσματική διαπραγμάτευση με τις προμηθευτικές εταιρείες, την πολυπλοκότητας στη διαχείριση των αποθεμάτων, του ραφιού, τη σήμανση στα ράφια κ.α..
ΠΟΥ: Οι κοινωνικές ανισότητες φέρνουν αύξηση κρουσμάτων καρκίνου
Το 2022 υπήρξαν κατ’ εκτίμηση 20 εκατομμύρια κρούσματα καρκίνου στον κόσμο και 9,7 εκατομμύρια θάνατοι, ανακοίνωσε σήμερα η υπηρεσία έρευνας για τον καρκίνο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ένα αυξανόμενο βάρος που κρύβει αυτό που ο ΠΟΥ αποκαλεί «εντυπωσιακή ανισότητα» ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες.
Περίπου ένας στους πέντε ανθρώπους αναπτύσσει καρκίνο στη διάρκεια της ζωής του, αναφέρει σε δήλωσή της η Διεθνής Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), και ένας στους εννέα άνδρες και μία στις 12 γυναίκες πεθαίνουν από τη νόσο.
Όμως η απειλή του καρκίνου ποικίλλει ανάλογα με το πού ζει ο ασθενής, επισημαίνει η IARC στη διετή αναφορά της, η οποία βασίζεται σε δεδομένα από 185 χώρες για 36 καρκίνους.
Για παράδειγμα, στις πιο ανεπτυγμένες χώρες, μία στις 12 γυναίκες εμφανίζει καρκίνο του μαστού στη διάρκεια της ζωής της, όμως μόνο μία στις 71 γυναίκες πεθαίνει από τη νόσο αυτή.
Σε χώρες που βρίσκονται πιο κάτω με βάση τον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, μία στις 27 γυναίκες προσβάλλεται από καρκίνο του μαστού -εν μέρει επειδή οι πληθυσμοί τείνουν να είναι νεαρότεροι, αλλά επίσης ως αποτέλεσμα χαμηλότερης έκθεσης σε παράγοντες κινδύνου όπως το να είναι μια γυναίκα υπέρβαρη-, αλλά μία στις 48 γυναίκες πεθαίνουν απ’ αυτόν.
Οι γυναίκες στις χώρες αυτές «είναι λιγότερο πιθανό να διαγνωσθούν (με τη νόσο)… εντούτοις κινδυνεύουν πολύ περισσότερο να πεθάνουν απ’ αυτή λόγω της αργοπορημένης διάγνωσης και της απουσίας πρόσβασης σε ποιοτική θεραπεία», λέει η Ιζαμπέλ Σερτζοματαράμ, υποδιευθύντρια του κλάδου παρακολούθησης καρκίνου της IARC.
Η IARC ανέφερε επίσης ότι διαφορετικοί τύποι καρκίνου πλήττουν όλο και περισσότερο πληθυσμούς καθώς αλλάζει ο τρόπος ζωής. Για παράδειγμα, ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι τώρα ο τρίτος πιο συνηθισμένος καρκίνος και ο δεύτερος σε όρους θανάτων.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου συνδέεται ιδιαίτερα με την ηλικία, αλλά και με παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η παχυσαρκία, καθώς και με το κάπνισμα και την κατανάλωση οινοπνευματωδών.
Εντούτοις ο καρκίνος του πνεύμονα έχει επίσης επανεμφανισθεί ως ο πιο συνηθισμένος καρκίνος και η κορυφαία αιτία θανάτου, με 2,5 εκατομμύρια νέα κρούσματα και 1,8 εκατομμύριο θανάτους ετησίως. Η IARC αναφέρει πως αυτό συνδέεται πιθανόν με τα επίμονα υψηλά ποσοστά καπνιστών στην Ασία.
Ενώ οι περιορισμοί που συνδέονταν με την πανδημία της Covid-19 είχαν αντίκτυπο στη διάγνωση του καρκίνου και στην περίθαλψη των καρκινοπαθών, τα μέχρι τώρα στοιχεία -τα οποία προέρχονται κυρίως μόνο από χώρες υψηλού εισοδήματος- δείχνουν ελάχιστο αντίκτυπο στα ποσοστά επιβίωσης, πρόσθεσε η υπηρεσία σε συνέντευξη Τύπου.
Η IARC ανέφερε πως μέχρι το 2050 θα υπάρξει πιθανόν αύξηση των κρουσμάτων κατά 77%, στα 35 εκατομμύρια, καθώς ο πληθυσμός θα αυξάνεται και θα γερνά. Όμως ο αντίκτυπος θα είναι άνισος: σε φτωχότερες χώρες, τα κρούσματα θα αυξηθούν κατά 142%, σύμφωνα με την υπηρεσία, και τα ποσοστά θνησιμότητας θα διπλασιασθούν.
ολες οι ειδησεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο Newpost.gr